Παρασκευή , 13 Δεκέμβριος 2019

Η Ριζοσπαστική Αριστερά κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη

7bloco_-_ape_mpe-630

Οπως στην Πορτογαλία και την Ελλάδα νωρίτερα, εκατομμύρια άνθρωποι στην Ισπανία δεν πιστεύουν πλέον τον μύθο ότι η λιτότητα οδηγεί σε ένα καλύτερο μέλλον. Το αντίθετο. Δεν θέλουν πια να πληρώσουν τον λογαριασμό για τον οποίο ευθύνονται οι μεγάλες τράπεζες, οι κερδοσκόποι των ακινήτων και η διεφθαρμένη πολιτική ελίτ. Τώρα είναι η στιγμή που όλα τα προοδευτικά κόμματα, με την ανανεωμένη τους δύναμη, πρέπει να «στρωθούν» στη δουλειά για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της ανεργίας και της φτώχειας. Θα τους παράσχουμε την ενεργό μας στήριξη.

Η δήλωση της Γκάμπι Τσίμερ, επικεφαλής της Ομάδας της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο, περιγράφει ακροθιγώς τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην ευρωπαϊκή ήπειρο: σε τρεις χώρες, που υπέστησαν προγράμματα ακραίας λιτότητας, η Αριστερά βγήκε ενισχυμένη. Ωστόσο γίνονται εμφανή και τα όρια της ενδεχόμενης συνεργασίας μεταξύ των ανά χώρα αριστερών κομμάτων. Το κοινό πεδίο δράσης μοιάζει εξαιρετικά λιτό και ώς ένα βαθμό γενικόλογο.

Τα κόμματα αυτά, από διαφορετικές αφετηρίες και σε διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, καλούνται να καταπολεμήσουν προβλήματα συστημικά: τη διαφθορά, την ανεργία και τη φτώχεια. Μπορούν; Και επιπρόσθετα, μπορούν να συνεργαστούν σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση των 28, μια ευρωζώνη των 19 και απέναντι σε έναν ευρωπαϊκό Βορρά που στρέφεται προς την Ακροδεξιά;

Η Ελιζαμπέτ Γκοτιέ, διευθύντρια του γαλλικού ιδρύματος Espaces Marx, είχε γράψει χαρακτηριστικά τον περασμένο Σεπτέμβριο:

«Η δική μας Αριστερά αντιμετωπίζει μια ιστορική πρόκληση. Θα καταφέρουμε να κατανοήσουμε και να διεξαγάγουμε την ταξική πάλη αυτής της ιστορικής περιόδου σε κάθε χώρα χωριστά και σε όλη την Ευρώπη ταυτόχρονα, ώστε να δημιουργήσουμε μια νέα Ευρώπη που να έχει νόημα για τους λαούς της; Η ευθύνη μας είναι τεράστια. Αν δεν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνική και πολιτική δυναμική στην Αριστερά, οι μόνοι που θα επωφεληθούν από την πολυδιάστατη αυτή κρίση θα είναι οι ομάδες της λαϊκιστικής Δεξιάς.»
Η ελληνική περίπτωση

Καθώς το 2015 ολοκληρώνεται, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο ευρωπαϊκό προσκήνιο βρέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση που σχημάτισε. Μια σύντομη αναδρομή είναι αναγκαία. Από τις 25 Ιανουαρίου, που εξελέγη στην κυβέρνηση για πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα, μέχρι την πρώτη συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους στις 20 Φεβρουαρίου και από εκείνο το σημείο μέχρι την υπαρκτή απειλή της ρήξης, το δημοψήφισμα και το νέο Μνημόνιο του καλοκαιριού, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στη θέση του «πειραματόζωου».

Αυτή τη φορά ωστόσο σε ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Ενα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς βρισκόταν αντιμέτωπο με τον γραφειοκρατικό «ρεαλισμό» της ευρωζώνης. Επαιζε ξεκάθαρα εκτός έδρας.

«Είναι απαραίτητο να ερμηνεύσουμε σωστά τι συνέβη στις διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές της προκειμένου να ανασυγκροτηθούμε. Οι 18 επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων του Γιούρογκρουπ, το οποίο επέβαλε ντε φάκτο στην Ελλάδα έναν ακόμη γύρο λιτότητας, δεν μπορούν να καλύπτονται πίσω από τις οικονομικές ανάγκες ή τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Οι αποφάσεις τους είχαν μόνο πολιτικά κίνητρα, προκειμένου ένα κράτος που αντιπροσωπεύει μόνο 2% της Ευρωπαϊκής Ενωσης να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα για τα άλλα» ανέφερε τον Σεπτέμβριο σε ανάλυσή του ο Αυστριακός Βάλτερ Μπάιερ, συντονιστής του Δικτύου «Transform!». Συμπλήρωσε δε ότι «ο συσχετισμός δυνάμεων της 13ης Ιουλίου είναι απόρροια του συνόλου των εθνικών συσχετισμών και της συνολικής δύναμης των ευρωπαϊκών συνδικάτων και κινημάτων».

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι αλλαγές στην ευρωπαϊκή ήπειρο εξαρτώνται άμεσα από τις εξελίξεις σε κάθε κράτος. Οι δυο αναλυτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς τις παραμονές του δημοψηφίσματος είχαν αναφέρει ότι «αιτία του διλήμματος δεν είναι η αποτυχία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η απομόνωσή της από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Αυτό που ηττήθηκε στις 13 Ιουλίου είναι η δική μας αδυναμία για την οποία πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση».

Ο δε Πάολο Τσιοκέτι, διδάκτωρ του King’s College, εκτίμησε βάσει παρατηρήσεων στη δημοσκοπική δυναμική της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι «το μέλλον της στηρίζεται στην εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και στα απτά αποτελέσματα του κυβερνητικού του πειράματος.

Μια μέτρια επιτυχία στον αγώνα του κατά της λιτότητας και την επαναφορά της ανάπτυξης και του κράτους πρόνοιας μπορεί να ενθαρρύνει τη Ριζοσπαστική Αριστερά σε όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια». Με αυτόν τον τρόπο μπήκε στη δημόσια συζήτηση η τακτική και η στρατηγική των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Οι επόμενοι μήνες ήταν καθοριστικοί.

Ισπανικό φλαμένκο με άρωμα Podemos

Οποιος παρακολουθεί τη μετεκλογική δραστηριότητα στην Ισπανία, σίγουρα θα ζαλιστεί. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδωσε αφενός στο Podemos μια ισχυρή παρουσία, τέτοιας έκτασης που εξέπληξε δυσάρεστα όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Τα σενάρια και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις όμως είναι τόσο έντονες που η πορεία μέχρι τις 14 Φεβρουαρίου, όταν θα ξεκινήσει επισήμως η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης, μοιάζει με προσπάθεια εξόδου από έναν τρομερό λαβύρινθο.

Το Podemos είναι ένα κόμμα, γέννημα του Κινήματος των Απελπισμένων, που φέρει στο εσωτερικό του δεκάδες αντιφάσεις. Ο ηγέτης του, Πάμπλο Ιγκλέσιας, μια φιγούρα επικοινωνιακή, στήριξε σε όλες τις δύσκολες μάχες τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο η δομή του κόμματός του και οι σχέσεις του με άλλα κόμματα στην Ευρώπη περιορίζονται μόνο στο πεδίο του ευρωκοινοβουλίου. Από εκεί και πέρα το χάος.

Στο προεκλογικό του πρόγραμμα η μοναδική αναφορά στην Ευρώπη περιορίζεται στην επιδίωξη για τη δημιουργία ενός «κοινωνικού Eurogroup». Προτείνεται συγκεκριμένα η δημιουργία μιας δομής, «η οποία θα απαρτίζεται από τους υπουργούς Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και θα παρακολουθεί τις κοινωνικές ανισότητες, ενώ θα συντονίζει τις πολιτικές της αγοράς εργασίας στην ευρωζώνη».

Ούτως ή άλλως ο μετεκλογικός συσχετισμός των δυνάμεων και η πορεία της ισπανικής οικονομίας δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια. Σε αυτό το σκηνικό το Podemos επιχειρεί να ανακόψει τη δημιουργία μιας κυβέρνησης με τη συμμετοχή της Δεξιάς του Ραχόι και των δεύτερων Σοσιαλιστών. Ο Ιγκλέσιας, δημοσίευσε άρθρο με το οποίο αναρωτήθηκε «πώς είναι δυνατόν να μην έχουμε μιλήσει ακόμη [το Podemos με τους Σοσιαλιστές];».

Το νούμερο δύο στην ιεραρχία του Podemos, Ινίχο Ερεχόν, κατέθεσε όμως μια πρόταση πρωτάκουστη για τα δεδομένα της Αριστεράς: πρότεινε την ανάδειξη ενός ανεξάρτητου πρωθυπουργού που θα διασφαλίσει τον εκδημοκρατισμό της χώρας και το τέλος της λιτότητας.

Ο «παλαίμαχος» ηγέτης της (αποδυναμωμένης πια) Ενωμένης Αριστεράς και του ισπανικού Κ.Κ., Χούλιο Αγκίτα, κάλεσε το Podemos, τη Ριζοσπαστική Αριστερά και άλλες μικρές κοινωνικές ομάδες σε σύμπραξη. Επέρριψε ευθύνη στο Podemos, καθώς «δεν κατάλαβε ότι η Ενωμένη Αριστερά μπορούσε να του προσφέρει θετικά στοιχεία, όπως ικανά στελέχη, εμπειρία και Ιστορία», ενώ η Ενωμένη Αριστερά «απαιτούσε πράγματα που μπορούσαν να διευκολύνουν μικρές ομάδες μέσα στην οργάνωσή της».

Η πορτογαλική απάντηση

Στη μικρότερη χώρα της Ιβηρικής, την Πορτογαλία, οι εκλογές διεξήχθησαν στις 4 Οκτωβρίου, αρκετές εβδομάδες δηλαδή αφότου ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα εδραίωσε τη δύναμή του με μια τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Ωστόσο οι συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές, καθώς η Πορτογαλία εμφανίζεται ως το «καλό παράδειγμα», που ολοκλήρωσε «με επιτυχία» τα προγράμματα λιτότητας. Ωστόσο το «βλέμμα» των Βρυξελλών παραμένει πάνω από τη Λισαβόνα.

Για τις εκλογές, ο Χούγκο Μοντέιρο, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πόρτο, εξήγησε ότι «σπάνια έχουμε βιώσει μια τόσο αποτελεσματική προεκλογική προπαγάνδα υπέρ της δικομματικής κυβέρνησης της λιτότητας. Αυτή η προπαγάνδα, με τη στήριξη των μηνυμάτων που σποραδικά εξέπεμπε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κάλυψε το κενό του πολιτικού προγράμματος της Δεξιάς, καθώς και τα καταστροφικά αποτελέσματα της πολιτικής της λιτότητας».

Η κρίση και η Ε.Ε.

Ο διπλασιασμός των δυνάμεων του Μπλόκου, την ώρα που το πορτογαλικό Κ.Κ. παρέμεινε σχεδόν σταθερό, εξέπληξε πολλούς, όχι όμως και τον συγκεκριμένο αναλυτή. «Η άνοδος της Αριστεράς οφείλεται και στο γεγονός ότι εστίασε στις συνέπειες της λιτότητας (ανεργία, επισφάλεια, κοινωνική ανισότητα), καθώς και στις καθαρές της θέσεις αναφορικά με τη διεθνή κατάσταση και την Ευρωπαϊκή Ενωση».

Η δε Καταρίνα Πρίνσιπε, αρθρογράφος στο περιοδικό Jacobin, σημείωσε ότι «η προσδοκία ότι το «φαινόμενο του ΣΥΡΙΖΑ» θα βλάψει την ανάπτυξη της Αριστεράς αποδείχθηκε ότι ήταν λάθος». Και αυτό επειδή «παρά το γεγονός ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις προσπάθησαν να εμφανίσουν το Μπλόκο της Αριστεράς ως δύναμη ανεύθυνη και χωρίς αξιόπιστες λύσεις -επισημαίνοντας ότι ακόμη και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να δεχτεί ότι δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις στη λιτότητα- το Μπλόκο ανέτρεψε αυτή την αφήγηση μεταθέτοντας την πολιτική ευθύνη στις ευρωπαϊκές ελίτ, ενώ την ίδια στιγμή ενίσχυσε την κριτική προς την Ε.Ε. και το ευρώ».

Αυτή η τακτική ωστόσο δεν απέτρεψε το «Μπλόκο» από το να ξεκινήσει συζητήσεις για τη στήριξη μιας κυβέρνησης με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Κ.Κ. Ο βουλευτής και καθηγητής Οικονομικών Φρανσίσκο Λούσα σε άρθρο του στην εφημερίδα «Esquerda» παρέθεσε το πρωτόλειο πλαίσιο της συμφωνίας με τους Σοσιαλιστές.

«Οι τρεις όροι που έθεσε η Καταρίνα (Μάρτινς) στο τηλεοπτικό της ντιμπέιτ με τον (Αντόνιο) Κόστα ήταν η αφετηρία της συμφωνίας που επετεύχθη τελικά: το Σ.Κ. πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα της μείωσης του Ενιαίου Κοινωνικού Φόρου που καταβάλλουν οι εργοδότες, καθώς και του Ενιαίου Κοινωνικού Φόρου για τους εργαζόμενους των οποίων κόπηκαν οι συντάξεις.

»Να ξεχαστούν οι αποκαλούμενες «συναινετικές απολύσεις» και να ξεπαγώσουν οι συντάξεις. Το Σ.Κ., μετά το εκλογικό αποτέλεσμα που αφαίρεσε την πλειοψηφία από τη Δεξιά, αποδέχτηκε τους όρους. Και υπήρξαν πολλοί σοσιαλιστές που τους αποδέχτηκαν με ανακούφιση».

Σαφής έλλειψη

Η επισκόπηση της συμφωνίας εμφανίζει ωστόσο μια σαφή έλλειψη. Οι όροι της περιγράφουν μόνο την άσκηση πολιτικής αντι-λιτότητας εντός των συνόρων, ενώ για το διεθνές επίπεδο αποφασίστηκε απλώς η δημιουργία μιας εξεταστικής επιτροπής για τη βιωσιμότητα του εξωτερικού χρέους. Αναφορικά με τη στάση που θα κρατήσει η κυβέρνησή του σε μείζονα ευρωπαϊκά ζητήματα δεν γίνεται καμία αναφορά και όλα αφήνονται για το μέλλον.

Φαίνεται πάντως ότι ακόμη και εσωκομματικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης συνασπισμού έχουν κατανοήσει την κατάσταση. «Η συμφωνία είναι η ορατή κορυφή του παγόβουνου. Αλλά αυτά που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια είναι τα σημαντικότερα. Είναι αυτά που συνήθως προκαλούν τις μεγαλύτερες καταστροφές» ανέφερε ο Φρανσίσκο Ασίς, κορυφαίο στέλεχος του Σ.Κ., που προέκρινε τη συνεργασία με τη Δεξιά.

Προς το παρόν, μόνο στον Νότο

Οσα αναφερουμε στις διπλανές στήλες δείχνουν ότι η δυναμική των πολιτικών πραγμάτων στην Ευρώπη είναι εξαιρετικά ρευστή. Μπορούμε μάλιστα να συμπεράνουμε ότι η Ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη δεν είναι μόνο ανομοιογενής, αλλά τα κόμματά της καλούνται να παίξουν σε πολιτικά παιχνίδια υπό εντελώς διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.

Ωστόσο φαίνεται καθαρά μια σαφής τάση: ενόσω η Ευρώπη συνεχίζει να κυριαρχείται από το δόγμα της λιτότητας, η Ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκει τρόπους να ανατροφοδοτείται, να επηρεάζει τη Σοσιαλδημοκρατία αλλά και να πρωταγωνιστεί κατά τόπους. Και μάλιστα εμφανίζει μια αξιοσημείωτη ευελιξία, που φτάνει μέχρι την «παραζάλη»: στην Ελλάδα υπέγραψε μνημόνιο λιτότητας, στην Πορτογαλία συγκυβερνά με τους Σοσιαλιστές αφήνοντας στην άκρη τις διαφορές στρατηγικής και στην Ισπανία επιχειρεί να χρησιμοποιήσει «συστημικά» μέσα ώστε να πετύχει την κυριαρχία της.

Η Ριζοσπαστική Αριστερά, πάντως, μοιάζει να περιορίζει την αυξητική της τάση και τη δυναμική της παρέμβαση στον Νότο, είτε λόγω αντικειμενικών συνθηκών είτε λόγω εγγενών προβλημάτων στις χώρες των κέντρων λήψης αποφάσεων.

Οι περιπτώσεις των δυο «πυλώνων» της Ε.Ε., της Γαλλίας και της Γερμανίας, είναι χαρακτηριστικές: στη μεν πρώτη, η καθιέρωση της Ακροδεξιάς στο σκηνικό προκαλεί τον προβληματισμό της Κομμουνιστικής Αριστεράς για την «επόμενη μέρα» και τους Σοσιαλιστές:

Η στρατηγική τους ενόψει των προεδρικών εκλογών το 2017 περιλαμβάνει το να τεθεί το Εθνικό Μέτωπο στο κέντρο της προσοχής και το να καλούνται διαρκώς οι υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις να στηρίξουν τους Σοσιαλιστές», επισήμανε σε ανάλυσή της η Ελιζαμπέτ Γκοτιέ, προσθέτοντας ότι «όλο αυτό δεν περιλαμβάνει όμως καμία αλλαγή πολιτικής» καθώς «αποφεύγεται η συζήτηση στην Αριστερά.
Στη δε Γερμανία, ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ μπορεί να επέρριψε στην Ανγκελα Μέρκελ ευθύνες για την πορεία της Ευρώπης, ωστόσο το Die Linke σήκωσε το «γάντι». Ο Ντίτμαρ Μπαρτς, εκ των επικεφαλής της Κ.Ο., σχολίασε ότι «προκειμένου να δημιουργηθεί μια κυβέρνηση πλειοψηφίας υπό την ηγεσία του SPD, αυτό θα πρέπει να αποσπαστεί από τους Χριστιανοδημοκράτες. Πράγμα που δεν φαίνεται ούτε στα λόγια…».

ΠΗΓΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.