Παρασκευή , 13 Δεκέμβριος 2019

Μετανάστες και εργασία στην Κύπρο

Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο άρρηκτα δεμένο με την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Σήμερα υπολογίζεται ότι περίπου 232 εκ άνθρωποι ζουν σε χώρα άλλη από αυτή που γεννήθηκαν, ενώ στην Ευρώπη των 27 υπολογίζεται ότι ζουν πέραν των 33 εκ ανθρώπων με υπηκοότητα άλλη από αυτή της χώρας  παραμονής τους.

iworkers

Η συμβολή των μεταναστών στην παραγωγική διαδικασία αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η ανάγκη για αναδόμηση της κατεστραμμένης από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο Ευρώπης, συνδυάστηκε με την πτώση των αποικιοκρατικών καθεστώτων τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, ευνοώντας τη δημιουργία μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών τόσο εντός του ευρωπαϊκού χώρου όσο και από τρίτες χώρες. Η Κύπρος, ως μετα-αποικιακό κράτος,υπήρξε παραδοσιακά χώρα  εξαγωγής εργατικού δυναμικού (προς το Η.Β, την Αυστραλία, τις Η.Π.Α, την Αφρική κ.α.). Ταυτόχρονα, η οικονομική καταστροφή που ακολούθησε τα γεγονότα του 1974, δημιούργησε τεράστια περιθώρια οικονομικής ανάπτυξης, τα οποία οι πλατιές  μάζες των φτωχοποιημένων Κύπριων εργαζόμενων κάλυψαν μέσω σκληρής και φθηνής δουλειάς για αρκετά χρόνια.

Από τη δεκαετία του ‘80 και ύστερα, η δυνατότητα του ντόπιου δυναμικού να καλύπτει τις ανάγκες της παραγωγής (ειδικά σε τομείς χαμηλής ειδίκευσης) αρχίζει να μειώνεται, με αποτέλεσμα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, να αίρονται οι περιορισμοί και να φθάνουν μετανάστες, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κενό της προσφοράς (φθηνής) εργασίας.  Ταυτόχρονα, το ντόπιο εργατικό δυναμικό καλύπτει περισσότερες θέσεις υψηλής ειδίκευσης ή/και επιστημονικής κατάρτισης, γεγονός το οποίο με τα χρόνια διαμόρφωσε τον εργασιακό χάρτη όπως τον γνωρίζουμε σήμερα: οι κύπριοι εργαζόμενοι να απασχολούνται με σαφώς μεγαλύτερη αναλογία σε τομείς υψηλής τεχνικής/επιστημονικής κατάρτισης και οι μετανάστες να απασχολούνται κατά κανόνα ή σχεδόν αποκλειστικά (στην περίπτωση όσων  προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ) σε χειρωνακτικές εργασίες και τομείς  χαμηλής ειδίκευσης.

Διαίρει και βασίλευε

Η διαδικασία υποδοχής των αλλοδαπών εργαζόμενων οργανώθηκε με τρόπο που ευνοεί την εξυπηρέτηση ενός εύρους αναγκών του κεφαλαίου. Οι ανάγκες αυτές είναι καταρχήν οικονομικές και αφορούν στην καίρια απαίτηση για απροβλημάτιστη μεγιστοποίηση των κερδών. Αυτή η απαίτηση αφορά φυσικά το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας και οπωσδήποτε και τους ντόπιους εργαζόμενους. Δεν είναι, όμως, εύκολο να επιβληθούν οι ίδιες (δυσμενείς) συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ομοιόμορφα στον πληθυσμό των εργαζόμενων, εξαιτίας της αντικειμενικής διαφοράς πολιτικής, κοινωνικής και συνδικαλιστικής ισχύος μεταξύ τους.

Για το λόγο αυτό, στους τομείς όπου η εργασία παρέχεται αποκλειστικά από μετανάστες (οικιακές βοηθοί, γεωργία – κτηνοτροφία) και όπου καμία απαίτηση για διαβούλευση δεν υπήρχε, θεσμοθετήθηκαν ευθύς εξαρχής όροι εργοδότησης, καθεστώτα παραμονής και μισθοί που να ικανοποιούν στο ακέραιο τις ανάγκες των εργοδοτών. Έτσι, ρυθμίζεται η διάρκεια και η φύση των αδειών παραμονής ώστε να ελαχιστοποιεί τις προοπτικές ένταξης/πολιτικής συμμετοχής του μετανάστη στην κοινωνία,  ορίζονται μισθοί αδιανόητοι για την πλειονότητα της υπόλοιπης εργατικής τάξης, ενώ ο εργοδότης διαθέτει τεράστια περιθώρια χειραγώγησης του μισθωτού, καθώς από τη στάση του εξαρτάται άμεσα η έκδοση/ανάκληση του καθεστώς παραμονής του τελευταίου. Διαμορφώνεται δηλαδή ένα σκηνικό που ευνοεί την υπερεκμετάλλευση και την ασυδοσία επί του τμήματος εκείνου των εργαζόμενων που δεν μπορεί να αμυνθεί.

Αν και η ανάγκη του κεφαλαίου για μεγιστοποίηση των κερδών μέσω της συμπίεσης του κόστους της εργασίας καλύπτεται περίφημα στις περιπτώσεις των εργαζόμενων από τρίτες χώρες χάρη στην παραπάνω -νόμιμη- διαδικασία,  εκεί ωστόσο που βρίσκει λαμπρές δυνατότητες, είναι η «παράνομη» εργασία.

Η παράνομη διαμονή πηγή υπερκέρδους

skitso_ependyseisΟι μετανάστες που λόγω της έλλειψης νομιμοποιητικών επιλογών αναγκάζονται να ζουν χωρίς έγγραφα για μικρές ή μεγάλες περιόδους, αποτελούν τον κορμό ενός άτυπου αλλά απόλυτα αναγκαίου και ευέλικτου συστήματος εκμετάλλευσης Πρόκειται για ένα μοντέλο εργασίας ευρέως διαδεδομένο σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, παρά τις υπαρκτές αποκλίσεις στα μεγέθη και στην ένταση της εκμετάλλευσης. Διογκώθηκε και διευρύνθηκε τα χρόνια της στροφής στο νεοφιλελευθερισμό και αφορά κυρίως  παραδοσιακούς τομείς εργασίας, όπου εξακολουθεί να υπερτερεί σημαντικά η ανάγκη για “ζωντανή” εργασία έναντι “νεκρής” (μέσω της  εισαγωγής  τεχνολογίας)  επειδή αυτή είναι ασύμφορη, μη πρακτική κλπ. Ο κατασκευαστικός τομέας, ο τουρισμός, η συντήρηση/επισκευή κατοικιών, οι μικρομεσαίες βιοτεχνίες κλπ είναι χαρακτηριστικοί τομείς στους οποίους η φθηνή, άτυπη, εργασία απαλλαγμένη από εργοδοτικές υποχρεώσεις (κοιν. ασφαλίσεις, άδειες κλπ) και στοιχειώδη δικαιώματα ανθεί.

Στην Κύπρο των περίπου 4 δεκαετιών υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, το θαύμα της γιγάντωσης του κατασκευαστικού τομέα και του τουρισμού στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην προσφορά άτυπης εργασίας αλλοδαπών εργαζόμενων με η χωρίς χαρτιά. Αντίστοιχες διαπιστώσεις και με αρκετά επεξεργασμένη τεκμηρίωση υπάρχουν για τις ΗΠΑ αλλά και για άλλες ανεπτυγμένες χώρες, με τα στοιχεία να συνηγορούν ότι η άτυπη μετανάστευση συνεισφέρει σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικότητας, τη δημιουργία επιπλέον θέσεων εργασίας και κερδών. Φυσικά, με τίμημα την ανασφάλεια και την εκμετάλλευση των εργαζόμενων.

Έλεγχος και όχι σταμάτημα

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι οι διακηρύξεις για την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης και της άτυπης εργασίας εντάθηκαν τα χρόνια της κρίσης. Αυτό έγινε, εν μέρει, στη βάση μιας προσδοκίας δημοσιονομικής ανάκαμψης δεδομένου ότι τα κράτη, είτε έχουν φορτωθεί κανονικά τα χρέη των τραπεζών είτε παρουσιάζουν μείωση εσόδων λόγω της γενικής ύφεσης και της πτώσης των ρυθμών ανάπτυξης. Η λεγόμενη “παραοικονομική” δραστηριότητα δυσχεραίνει την άμεση είσπραξη φόρων, εισφορών κλπ. και ο χαρακτήρας της ύφεσης έχει θέσει αναβαθμισμένες δημοσιονομικές απαιτήσεις.

Ωστόσο, για τα συμφέροντα των εργοδοτών, τα γενικότερα οικονομικά οφέλη της “παραοικονομικής” δραστηριότητας, με την έννοια της ευελιξίας, των εξευτελιστικών μισθών και της κάλυψης ουσιωδών κενών στην παραγωγή που παρέχει η εργασία των άτυπων μεταναστών, δεν μπορούν απλά να παραμεριστούν, πόσο μάλλον να αντικατασταθούν από τις ευθύνες της νόμιμης εργοδότησής τους. Σε συνδυασμό μάλιστα με το υπέρογκο κόστος ελέγχου κάθε σημείου εισόδου (το οποίο κανένα κράτος δεν θέλει να επωμιστεί) οι διακηρύξεις τερματισμού της “λαθρομετανάστευσης” μετατρέπονται περισσότερο σε κρατικές προσπάθειες ελέγχου παρά κατάργησης των μεταναστευτικών ροών.  Η ανάγκη για τον έλεγχο αυτό δεν οφείλεται μόνο στους όποιους σχεδιασμούς δημοσιονομικής φύσης, αλλά εξυπηρετούν ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο ιδεολογικού χαρακτήρα. Αυτό της πολιτικής προπαγάνδας.

Περιορισμός των εργατικών δικαιωμάτων στο όνομα της λαθρομετανάστευσης

Η συστηματική ανάδειξη του “προβλήματος της λαθρομετανάστευσης“ ως πεδίο προπαγάνδας σχετίζεται με τις πολιτικές προϋποθέσεις που χρειάζεται το κεφάλαιο για να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή συμπίεση του εργατικού κόστους. Πρόκειται για την ανάγκη να αξιοποιηθεί η παρουσία μεταναστών (άτυπων και μη) για λόγους “νομιμοποίησης” και εφαρμογής πολιτικών και πρακτικών που στρέφονται ενάντια στο σύνολο της εργατικής τάξης.  Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύνδεση της παράνομης εισόδου και εργασίας των “λαθρομεταναστών” με τα στραβά της οικονομίας, την αύξηση της ανεργίας των ντόπιων εργαζόμενων κλπ, ανάγεται σε πάγια θέση των πολιτικών ηγεσιών που επιχειρούν να πείσουν τους ψηφοφόρους τους να υποστούν μνημόνια, λιτότητα και καταστολή για τις ανάγκες εξασφάλισης συμφερόντων της οικονομικής ολιγαρχίας.

Στοχοποιείται λοιπόν ιδεολογικά η άτυπη μετανάστευση, στα πλαίσια του ποθητού συμβιβασμού μεταξύ των κρατικών αναγκών και  αυτών της εργοδοσίας και της παραγωγής, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός τόπος: Η “νόμιμη ατυποποίηση” -αν επιτρέπεται ο όρος- των όρων εργασίας του συνολικού πληθυσμού, μέσω της καταρράκωσης του μισθού, του κράτους πρόνοιας, της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, της μείωσης των εργοδοτικών υποχρεώσεων προς τον μισθωτό κλπ.

Σε κάθε περίπτωση, για τον κόσμο της εργασίας και την Αριστερά, ειδικά στις σημερινές συνθήκες κρίσης και επίθεσης στα 40oresAκεκτημένα της εργατικής τάξης ως σύνολο, χρειάζεται να είναι σαφές ότι η διάκριση των συμφερόντων μεταξύ ντόπιων και ξένων εργαζόμενων, νόμιμων και «παράνομων» κλπ, αποτελεί απλά ένα εργαλείο εξειδίκευσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στη βάση διαχωρισμών που η ίδια η οικονομική ελίτ επιβάλλει. Εδραιώνοντας (νόμιμες ή άτυπες) συνθήκες εντατικοποίησης σε μερίδες εργαζομένων, υποβιβάζοντας την ανθρώπινη υπόστασή τους στο επίπεδο του εργαλείου/αναλώσιμου,  διεκδικεί για τον εαυτό της τη δυνατότητα να παρασιτοζωεί στις πλάτες όλων μας. Είναι βέβαιο ότι χωρίς αυτό το εργαλείο, οι απολογητές αυτής της κατάστασης θα βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη θέση. Χρέος μας, λοιπόν, είναι να τους το αφαιρέσουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.