Τετάρτη , 16 Αύγουστος 2017

Ματωμένα Χριστούγεννα – Kanli Noel

                                                                          και επί γης ειρήνη…

 

Ένας μετανάστης στην Κύπρο σήμερα θα δει τα τετράδια των παιδιών στα ελληνοκυπριακά σχολεία: «Δεν ξεχνώ». Ένα παρόμοιο σύνθημα συναντάται και στη Βόρεια Κύπρο, στα τουρκοκυπριακά σχολεία: «Δε θα ξεχάσουμε». Τι όμως επιλέγει το κάθε καθεστώς να διατηρήσει στη συλλογική μνήμη; Για τους Ελληνοκύπριους είναι η τουρκική εισβολή, η προσφυγοποίηση και η κατοχή του βόρειου τμήματος της χώρας. Θα ακούσεις κάποιες φορές για το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και των Ελληνοκυπρίων εθνικιστών, αλλά δε θα ακούσεις εύκολα για την επιμονή στην Ένωσιν με τη μητέρα Ελλάδα ακόμα και μετά την ανεξαρτησία, και ακόμα δυσκολότερα για τις «προστριβές» με τους Τουρκοκυπρίους. Ακριβώς αυτά είναι το κεντρικό σημείο του καθεστώτος στη Βόρεια Κύπρο. Η επιμονή των Ελληνοκυπρίων για Ένωση και, άρα, περιθωριοποίηση ή και εκδίωξη των Τουρκοκυπρίων, ότι οι Έλληνες είναι ανάξιοι εμπιστοσύνης και μόνη λύση είναι αυτή που ζητούσαν και πριν, το Ταξίμ, ο διαχωρισμός – η διχοτόμηση.

Θα ήταν ωραία αν μπορούσαμε να πούμε ότι οι «προστριβές» ήταν μικρές, ότι δεν υπήρχαν πρόσφυγες και αγνοούμενοι πριν το καλοκαίρι του 1974 [1]. Αλλά να πεις κάτι τέτοιο είναι σα να δέχεσαι ότι οι Τουρκοκύπριοι δε θεωρούνται πραγματικοί Κύπριοι και, άρα, δεν ήταν πραγματικοί πρόσφυγες μετά τα Χριστούγεννα του 1963, τα Ματωμένα Χριστούγεννα, Kanli Noel. Μπορεί να τα ακούσατε ως τουρκανταρσία.

Θέλει ψάξιμο και δουλειά το κυπριακό, αλλά φαίνεται ένα γενικό σχήμα, η σύγκρουση δύο εθνικισμών και η αδυναμία της Αριστεράς να σταθεί ανάχωμα στην καταστροφική τους ορμή, να δείξει ότι πέρα από την όποια προέλευση, καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία, αυτοί οι άνθρωποι ζουν και δουλεύουν στον ίδιο τόπο και πάνω σε αυτόν μπορούν να σφυρηλατήσουν την κοινή τους ταυτότητα. Αυτό φυσικά δεν ήταν κάτι επιθυμητό για τους φορείς οποιουδήποτε εθνικισμού. Ο τουρκικός εθνικισμός ήθελε τον πλήρη φυσικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων με το επιχείρημα ότι υπήρχε ο κίνδυνος να αλλοτριωθούν εθνικά από τους Έλληνες, ενώ ο ελληνικός εθνικισμός στο νησί δε δεχόταν να εγκαταλείψει την ιδεολογία της Ενώσεως και να αποδεχτεί τους Τουρκοκυπρίους ως κάτι περισσότερο από μια μειονότητα απομεινάρι των διαφόρων κατακτητών που υπέστησαν οι “προαιώνιοι” ιδιοκτήτες του νησιού, δηλαδή οι Έλληνες.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ήδη προβληματικές διατάξεις των Συμφωνιών της ανεξαρτησίας και του κυπριακού Συντάγματος [2] κατέστησαν ένα εργαλείο υπονόμευσης στα χέρια και των δύο παρατάξεων. Κάτι ακόμα πιο εύκολο τη στιγμή που ο πολιτικός ηγέτης της Ένωσης ήταν ο νέος πρόεδρος και ο πολιτικός ηγέτης του Διαχωρισμού ο νέος αντιπρόεδρος. Εξαρχής, λοιπόν, και οι δύο πλευρές προσπάθησαν να αποδείξουν ότι το νέο καθεστώς, το οποίο θεωρούσαν εκ προοιμίου ενδιάμεσο στόχο των τελικών τους επιδιώξεων, δε μπορούσε να λειτουργήσει με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη συνταγματική κρίση και η κάθε πλευρά να καταστρώνει σχέδια. Ενδιαφέρον είναι ότι η καμία από τις δύο “μητέρες-πατρίδες” δεν ήθελε τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά οι Ελληνοκύπριοι την προώθησαν ως μέρος του σχεδίου Ακρίτας, όπου Ακρίτας ήταν ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών της δημοκρατίας, ο Γιωρκάτζης. Παράλληλα και οι δύο πλευρές εξοπλίζουν τις παραστρατιωτικές τους οργανώσεις.

Ο Γιωρκάτζης, λοιπόν, προσπαθεί να σταματήσει τον εξοπλισμό των Τουρκοκυπρίων και στο πλαίσιο αυτό γίνονται έλεγχοι των αυτοκινήτων στα όρια του Τουρκοκυπριακού τομέα της Λευκωσίας. Ο Τούρκος στρατιωτικός εκπαιδευτής της TMT ορίζει ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν πρέπει να δέχονται τον έλεγχο και καταλήγουμε τα ξημερώματα της 21ης Δεκεμβρίου 1963, στην ‘κακόφημη’ συνοικία της Λευκωσίας, σε ανταλλαγή πυροβολισμών με δύο νεκρούς Τουρκοκυπρίους και ένα εξαγριωμένο πλήθος. Στη συνέχεια, οι παραστρατιωτικοί της TMT, του Ραούφ Ντενκτάς, θα συγκρουστούν με τους παραστρατιωτικούς του Γιωρκάτζη.

Η σύγκρουση επεκτείνεται σε όλη την Κύπρο. Παρά τις επίσημες εκκλήσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου για κατάπαυση του πυρός, οι συγκρούσεις συνεχίζονται με την Τουρκία να απειλεί με εισβολή “για να προστατέψει τους Τουρκοκυπρίους”. Δεν αμφισβητεί κανείς ότι σκοτώθηκαν Ελληνοκύπριοι ούτε υποστηρίζει ότι οι Τουρκοκύπριοι εθνικιστές υστερούσαν σε ζήλο και βιαιότητα. Αλλά ο απολογισμός εκείνης της περιόδου σίγουρα τους βάρυνε δυσανάλογα. Εκατοντάδες νεκροί, μεταξύ τους άμαχοι, ηλικιωμένοι και παιδιά, πάρα πολλοί πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα αναγκασμένοι να ζουν σε θύλακες που κάλυπταν το 3%-5% του εδάφους. Σύμφωνα με το σχέδιο των Τουρκοκυπρίων εθνικιστών, αποχώρησαν από το κράτος, το οποίο η Τουρκία σταμάτησε να αναγνωρίζει. Το κράτος είχε πλέον de facto ελληνοκυπριακή διοίκηση και φυσιογνωμία, με τους Τουρκοκυπρίους στο ρόλο της καταπιεζόμενης μειονότητας, βορά στην εθνικιστική ιδεολογία του διαχωρισμού και στην οικονομική βοήθεια της Τουρκίας. Για να σταματήσουν οι συγκρούσεις, θα παρέμβουν οι αγγλικές δυνάμεις και θα χαραχτεί η περίφημη Πράσινη Γραμμή για να χωρίσει τον ελληνοκυπριακό από τον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας.

Θα ακολουθήσει διεθνής διάσκεψη χωρίς αποτέλεσμα παρά μόνο τη δημιουργία της UNFICYP τον Μάρτιο του 1964. Και οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να εξοπλίζονται. Οι Τουρκοκύπριοι θα φροντίσουν να έχουν ανοιχτές διόδους επικοινωνίας και εξοπλισμού με την Τουρκία, ενώ από την ελληνοκυπριακή βλέπουμε την άφιξη της ελληνικής μεραρχίας και του Γρίβα. Συνομιλίες μεταξύ των κοινοτήτων θα ξεκινήσουν μετά το πραξικόπημα στην Ελλάδα, τις συγκρούσεις στην Κοφίνου το 1967, την αποχώρηση της παράνομης ελληνικής μεραρχίας στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για αποσόβηση της νέας κρίσης και την επακόλουθη ανακήρυξη της ‘Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης’.

σημειώσεις

[1]  Οι πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις συνέβησαν το 1958. Φαίνεται, εκ των υστέρων, ότι η βόμβα που έδωσε το έναυσμα είχε τοποθετηθεί από την οργάνωση του Ντενκτάς, σύμφωνα με δικές του μεταγενέστερες δηλώσεις, για να διαταράξει τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων. Μετά την έκρηξη, Τουρκοκύπριοι επιτέθηκαν στις ελληνοκυπριακές συνοικίες και οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν στην ύπαιθρο. Οι συγκρούσεις αυτές οδήγησαν στο θάνατο 8 Ελληνοκυπρίων από τουρκοκυπριακή ενέδρα και στη δημιουργία αίσθησης ευνοιοκρατίας των Βρετανών προς τους Τουρκοκυπρίους. Η δίκη για τη σφαγή των Ελληνοκυπρίων δεν οδήγησε τελικά σε καταδίκες.

[2] Σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι Τουρκοκύπριοι έπρεπε να καλύπτουν το 30% των θέσεων σε κάθε βαθμίδα της Δημόσιας Διοίκησης και της Αστυνομίας και το 40% του Στρατού, κάτι που υπερέβαινε το ποσοστό τους επί του πληθυσμού (18%) και ακόμα περισσότερο τη συμμετοχή τους στα δημόσια έσοδα, λόγω της ασθενέστερης οικονομικά θέσης τους. Αυτή ακριβώς η δύσκολη θέση τους προκάλεσε ακόμα περισσότερα προβλήματα, καθώς χρειάζονταν μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια από την προβλεπόμενη για την κοινοτικά ελεγχόμενη εκπαίδευση, κάτι που αδυνατούσαν να επιτύχουν από τους κοινοτικούς τους φόρους. Αυτό προκάλεσε την αντίθεση των Ελληνοκυπρίων, κάτι που με τη σειρά του οδήγησε στο μπλοκάρισμα της φορολογικής νομοθεσίας από τους Τουρκοκυπρίους βουλευτές. Το τελευταίο ήταν δυνατό με βάση την πρόβλεψη για χωριστές πλειοψηφίες από τους βουλευτές των δύο κοινοτήτων. Αντίδραση υπήρχε, επίσης, στις σχεδόν ίσες εξουσίες Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και στην πρόβλεψη για δημιουργία χωριστών δήμων για κάθε κοινότητα

Βιβλιογραφία

«Τα γεγονότα της Κοφίνου» http://www.sansimera.gr/articles/343

Crawshaw,  Nancy (1978). The Cyprus Revolt: An Account of the Struggle for Union with Greece. London: George Allen and Unwin, pp. 288-294.

Hazou, Elias (2013).  «1963 is still a historical minefield», Cyprus Mail (December 22 2013)

Ιός της Κυριακής (1999). «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1963, Όταν η Λευκωσία έγινε Σεράγεβο», Ελευθεροτυπία (26/12/1999)

Κληρίδης, Γλαύκος (1988). Η κατάθεσή μου, τ. 1. Λευκωσία: Εκδόσεις «Αλήθεια»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.