Σάββατο , 14 Δεκέμβριος 2019

Η ζωή των προσφύγων στην Κύπρο

prosfiges
Στο φως των αυξημένων ροών προσφύγων προς την Ευρώπη είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε κάποια στοιχεία της λειτουργίας του συστήματος υποδοχής στην Κύπρο. Παρά την αύξηση στις αιτήσεις ασύλου τα τελευταία χρόνια, ο τρόπος και ο βαθμός με τον οποίο η προσφυγική κρίση επηρεάζει το σύστημα ασύλου στην Κύπρο, απέχει πολύ από αυτό που συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι αριθμοί των προσφύγων είτε αυτοί αφορούν άτομα που επανάνοιξαν τους φακέλους τους είτε αφορούν νέες αφίξεις βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα. Η Κύπρος δεν αποτελεί ούτε χώρα τράνζιτ ούτε τελικό προορισμό για τους περισσότερους ανθρώπους.

Ωστόσο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η Κύπρος δεν έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις ως χώρα υποδοχής… κάθε άλλο. Παρά τα χαμηλά νούμερα, η εκτίμηση είναι ότι οι ροές ανθρώπων προς το νησί θα αυξηθούν, ενώ από το Σεπτέμβρη του 2014 βλέπουμε ότι αυτές περιλαμβάνουν και την απρόσμενη άφιξη από θάλασσας -σίγουρα όχι χιλιάδων όπως αλλού- αλλά εκατοντάδων ανθρώπων. Επιπλέον, ακριβώς λόγω του ότι πρόκειται για μία ξεκάθαρα προσφυγική κρίση, σημαντικός αριθμός αιτητών αναμένεται να λάβουν θετική απάντηση στο αίτημα τους για διεθνή προστασία, η οποία έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Την κατάσταση αυτή, η Κύπρος καλείται να τη χειριστεί στηριζόμενη σε ένα σύστημα υποδοχής και ένταξης προσφύγων το οποίο έχει σοβαρά προβλήματα. Αν αυτά τα προβλήματα δε λυθούν θα είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση των προσφύγων καθώς και η δυνατότητα για ουσιαστική ένταξη τους στην κοινωνία.

Κέντρο Υποδοχής Aιτητών Ασύλου (ΚΥΑΑ) και κοινωνική ένταξη

Όσον αφορά το σύστημα υποδοχής, αυτή τη στιγμή οι υλικές συνθήκες παρέχονται βάση της σχετικής νομοθεσίας στους αιτητές ασύλου, είτε μέσω της διαμονής τους στο κέντρο υποδοχής στην Κοφίνου είτε μέσω ενός συνδυασμού κουπονιών και μετρητών από τις υπηρεσίες ευημερίας. Ως προς το κέντρο, αυτή τη στιγμή λειτουργεί με ελάχιστο προσωπικό και με τη συνδρομή ΜΚΟ, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες ανάθεσης της διαχείρισης του σε ιδιώτη ανάδοχο. Χωρίς να είμαστε αισιόδοξοι, μένει να δούμε το χαρακτήρα και την ποιότητα των υπηρεσιών μετά την ανάληψη των καθηκόντων από τον νέο ανάδοχο.

Από τη μέχρι τώρα, όμως, εμπειρία φιλοξενούμενων που περνούν ή πέρασαν μία σημαντική χρονική περίοδο σε αυτό, οφείλουμε να σημειώσουμε πως η παραμονή εκεί έχει καταγραφεί στη συλλογική τους εμπειρία ως μία επιβαρυντική διαδικασία. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο χρόνο παραμονής, στο απομακρυσμένο και αραιά συνδεδεμένο με τις πόλεις σημείο ι και στην ελάχιστη συμμετοχή τους στον έλεγχο πραγμάτων που τους αφορούν (είδος και τρόπος σίτισης, πρόσβασή σε ρουχισμό, κάλυψη ιδιαίτερων αναγκών, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου κ.ά.).

Επιπλέον, παρά τις εισηγήσεις για παροχή των υπηρεσιών φιλοξενίας εντός πόλεων προκειμένου να ενισχυθεί η κοινωνική ένταξη των νεοεισερχόμενων αιτητών, προτιμήθηκε η λύση της επέκτασης της αρχικής υποδομής. Λόγω των μαζικών αφίξεων που ακολούθησαν, σήμερα διαμένουν στο κέντρο περίπου 320 άτομα με αποτέλεσμα να βρίσκεται στα όρια της χωρητικότητας του. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει δύο πιεστικά ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα είναι ότι απαιτείται η άμεση εύρεση λύσεων αναφορικά με τη διευθέτηση της επείγουσας φιλοξενίας νεοεισερχόμενων αιτητών ασύλου, ανθρώπων που δεν διαθέτουν κανένα δεσμό με την τοπική κοινότητα προκειμένου να ικανοποιήσουν -έστω προσωρινά- τις στοιχειώδεις ανάγκες τους.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το γεγονός ότι, αν και το ευρύτερο κοινό γνωρίζει το Κέντρο Υποδοχής ως το μηχανισμό υποδοχής των προσφύγων, η συντριπτική πλειοψηφία των αιτητών ασύλου συνεχίζει και θα συνεχίσει να ζει έξω από το ΚΥΑΑ, στην κοινότητα. Εκεί πρέπει, λοιπόν, να κοιτάξει κανείς για να διαπιστώσει πώς παρέχονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής και πώς συντελούνται οι όποιες ενταξιακές διαδικασίες. Αναφορικά με τη ζωή στη κοινότητα σημειώνουμε ενδεικτικά ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι σημαντικοί περιορισμοί που έχουν κατά καιρούς αναδειχθεί από πολλούς εμπλεκόμενους φορείς αλλά και από τους ίδιους τους πρόσφυγες. Και αυτοί αφορούν μεταξύ άλλων τόσο την πρόσβαση στην εργασία (και συγκεκριμένα στους τομείς στους οποίους αυτή επιτρέπεται), όσο και στο είδος και το ύψος της κρατικής βοήθειας που παρέχεται.

Εργασιακές συνθήκες και πρόνοια

Οι αιτητές ασύλου έχουν πρόσβαση στην εργασία μετά το πρώτο 6μηνο από την υποβολή της αίτησης τους για άσυλο και αυτή αφορά σχεδόν αποκλειστικά στους τομείς της γεωργίας/κτηνοτροφίας. Στους τομείς αυτούς που παραδοσιακά στελεχώνονται με μονήρη άτομα από τρίτες χώρες με προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας, έχουν διαμορφωθεί αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (πολύωρη δουλειά, λίγα off, μισθοί που δεν ξεπερνούν τα 400 ευρώ). Οι εργασίες έχουν συχνά εποχιακό χαρακτήρα, βρίσκονται σε σημεία απρόσιτα για κάποιον που δε διαθέτει αυτοκίνητο ενώ τα ωράρια συχνά αποκλείουν τη χρήση λεωφορείων. Επιπλέον, όταν προσφέρεται στέγη, είναι υποτυπώδης αποκλείοντας έτσι τη χρήση της από την οικογένεια του υποψήφιου. Ταυτόχρονα οι εργοδότες προτιμούν άτομα με άδεια εργασίας λόγω του ότι οι τελευταίοι, βάση νομοθεσίας, είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τον εργοδότη τους.

Για τους λόγους αυτούς, η πολιτική αυτή αποκλείει από την παραγωγική διαδικασία ένα σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού της χώρας και μάλιστα νέου και παραγωγικού. Τα παραδείγματα ανθρώπων που κατάφεραν να εργοδοτηθούν είναι ελάχιστα και ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι που μπόρεσαν να παραμείνουν για αρκετό διάστημα. Ο αποκλεισμός των αιτητών ασύλου από την ουσιαστική πρόσβαση στην εργασία ενισχύει το φαύλο κύκλο του αποκλεισμού τους και τους ωθεί στην εξάρτηση από την κρατική αρωγή. Αναφορικά με αυτή, οι αιτητές μπορούν να αιτηθούν την κάλυψη των υλικών συνθηκών υποδοχής στα κατά τόπους γραφεία ευημερίας (κυρίως λόγω έλλειψης χωρητικότητας στο κέντρο υποδοχής). Με την αναθεώρηση των περί προσφύγων Κανονισμών του 2013, η κάλυψη των αναγκών των αιτητών ασύλου αφαιρέθηκε από τη νομοθεσία για το δημόσιο βοήθημα ενώ δεν συμπεριλήφθηκε στις πρόνοιες του ΕΕΕ, με αποτέλεσμα να ισχύουν ειδικές πρόνοιες για τους αιτητές ασύλου, με εμφανείς ελλείψεις.

Έτσι π.χ. ακόμη και αν κάποιος εξασφαλίσει εργασία, η βοήθεια τερματίζεται για όλα τα μέλη της οικογένειας ανεξάρτητα από το ύψος των απολαβών. Η δε αδυναμία να αναλάβει άμεσα καθήκοντα στους τομείς εργασίας που περιγράψαμε, ακόμη και αν υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες, οδηγούν με συνοπτικές διαδικασίες στον τερματισμό της περίπτωσης από τις ΥΚΕ, με αποτέλεσμα σήμερα οι βοηθούμενοι να ανέρχονται σε μερικές δεκάδες περιπτώσεις. Για όσους βρίσκονται ακόμη υπό την ευθύνη των ΥΚΕ, τα ποσά που καθορίζονται για την κάλυψη των βασικών αναγκών έχουν πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι είναι σχεδόν κατά 50% μειωμένα σε σχέση με αυτά που λαμβάνει για την κάλυψη των ίδιων ακριβώς αναγκών οποιαδήποτε άλλη κατηγορία του πληθυσμού έχει πρόσβαση στο σύστημα αρωγής. Μάλιστα, η απόκλιση αυξάνεται όσο πληθαίνουν τα μέλη της οικογένειας.

Αυτή η κατάσταση φωτογραφίζει ένα σύστημα υποδοχής δομημένο πάνω στην κοντόφθαλμη θεώρηση ότι οι εισερχόμενοι πληθυσμοί είναι βασικά ένα πρόβλημα και μάλιστα οικονομικής φύσης για το κράτος και την κυπριακή κοινωνία. Με αυτό το σκεπτικό υποσκάπτεται αναπόφευκτα και η ενταξιακή σημασία του συστήματος υποδοχής προσφύγων. Χωρίς την έγκαιρη και οργανωμένη εφαρμογή ενταξιακών προγραμμάτων συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής εκμάθησης της γλώσσας, της αναγνώρισης των προσόντων και της συμμετοχής σε επαγγελματική κατάρτιση ή την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, η πίεση μεταφέρεται στο σύστημα του ΕΕΕ. Στο ΕΕΕ οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες έχουν ευτυχώς πρόσβαση, αλλά την ίδια στιγμή χωρίς στρατηγική απεμπλοκής τους από αυτό, δημιουργούνται ήδη οι συνθήκες που θα ανοίξουν ξανά τη συζήτηση για το χειρισμό των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών σε δυσμενή βάση.

Ειδικά μετά τα γεγονότα στο Παρίσι είναι πολύ σημαντικό να αναφερθούμε και σε μία άλλη κρίσιμη διάσταση του θέματος. Μια διάσταση που ήταν ατροφική παλιότερα, όμως σήμερα έχει επηρεάσει σημαντικά τη δημόσια συζήτηση στην Κύπρο και αλλού. Αναφερόμαστε στο γεγονός ότι η προσφυγιά προς την Ευρώπη έχει κινητοποιήσει θετικά ένα μεγάλο τμήμα των τοπικών κοινωνιών τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες, το οποίο μάλιστα είτε ατομικά είτε συλλογικά, προχωράει σε δημόσιες εκφράσεις αλληλεγγύης.

Το στοιχείο αυτό δεν υπήρχε παλιότερα και γι’ αυτό τα συστημικά κόμματα και ΜΜΕ μπορούσαν να δικαιολογούν και να ενισχύουν τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές απόψεις, χωρίς ισχυρό αντίλογο. Σήμερα, οι εικόνες των πτωμάτων στις ακτές, οι εικόνες της απόγνωσης και της καταστροφής και η έμπρακτη αλληλεγγύη στερούν σε αυτούς τους κύκλους τη δυνατότητα εύκολων αφορισμών και το αίτημα για την ασφαλή και αξιοπρεπή υποδοχή τους είναι σημαντικά διευρυμένο. Αυτή τη δεξαμενή θετικής κοινωνικής κινητοποίησης χρειάζεται να την ενισχύσουμε και να τη βοηθήσουμε να εκφράζεται όσο το δυνατό πιο έντονα για να πετύχουμε τα βασικά:

ανοιχτά σύνορα
άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες
κοινοί αγώνες ενάντια στη φτώχεια και την καταστολή

logo granazi

One comment

  1. http://antifanicosia.espivblogs.net/archives/161

    Αναλυτική περιγραφή της κρατικής στρατηγικής της μετανάστευσης στην κὐπρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.