Σάββατο , 14 Δεκέμβριος 2019

Η κόλαση ενός Βιετναμέζου στην Κύπρο

GM0_4662

«Σε παρακαλώ βοήθησε με να πάω πίσω στην πατρίδα μου το Βιετνάμ! Η Κύπρος υπήρξε η μεγαλύτερη κατάρα στη ζωή μου…». Ο 26χρονος Βιετναμέζος Pham Van Chi από την πόλη Haiphong, αναγνωρισμένο θύμα εργασιακού trafficking στην Κύπρο, μου μιλά με σβησμένη, ψιθυριστή φωνή, που ακούγεται όμως σαν λυγμική κραυγή στ΄ αυτιά μου. Είναι ένα νεαρό παιδί που τον Μάρτιο 2010, ήρθε γεμάτο όνειρα στον τόπο μας να εργαστεί για να βοηθήσει τη φτωχή του οικογένεια και σήμερα θέλει απεγνωσμένα να φύγει, όντας άστεγος, απένταρος και σακατεμένος σωματικά, μετά από ηλεκτροπληξία στον χώρο εργασίας του – και μάλιστα χωρίς να έχει πάρει ούτε σεντ για αποζημίωση.
Έντονος είναι και ο ψυχικός τραυματισμός του από τη βάρβαρη σκληρότητα των εργοδοτών του, που τον είχαν να δουλεύει σαν σκλάβος σε φάρμες, για ατέλειωτες ώρες, χωρίς αμοιβή.
Ο Pham Van Chi, είναι επίσης θύμα της αδιαφορίας, αδράνειας και ολιγωρίας των κρατικών υπηρεσιών, που απέτυχαν να τον προστατεύσουν μετά το τρομερό ατύχημα και να οδηγήσουν στο δικαστήριο τους εργοδότες που παρανόμησαν.

Μάταιο αίτημα προς τις ΥΚΕ…

Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά, ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας που με βάση τον νόμο, έχουν ευθύνη για την ευημερία και την αξιοπρεπή διαβίωσή του για όσο καιρό είναι στο έδαφος της Δημοκρατίας, εφόσον είναι αναγνωρισμένο θύμα trafficking, όχι μόνο του απέκοψαν το επίδομά του, αλλά αρνούνται να του καταβάλουν την τιμή του εισιτηρίου του για να επιστρέψει στο Βιετνάμ. Όπως πληροφορούμαστε, σχετικό αίτημα προς τις Υπηρεσίες για επαναπατρισμό του και για καταβολή του αεροπορικού εισιτηρίου του, έγινε από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας.
Μας είπε μεταξύ άλλων ο νεαρός Βιετναμέζος, που το καλοκαίρι 2011, αναγνωρίστηκε επίσημα από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας ως θύμα εργασιακού trafficking: «Τον τελευταίο χρόνο μένω σε σπίτια γνωστών μου σε διάφορα μέρη της Κύπρου γιατί δεν έχω χρήματα, ούτε σπίτι και δεν με βοήθησε κανένας, εκτός από κάποιες μη κυβερνητικές οργανώσεις (όπως η ΚΙΣΑ και η Cyprus Stop Trafficking) και ελάχιστα άτομα με καλή θέληση. Έπαιρνα ένα επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και ενώ ανέμενα για την υπόθεση της ηλεκτροπληξίας και της αποζημίωσής μου να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, πληροφορήθηκα τον Ιούλιο 2012 ότι η υπόθεση είχε κλείσει, δήθεν λόγω έλλειψης στοιχείων… Δύο από τους τέσσερις δικηγόρους με τους οποίους ήρθα σε επαφή, ήταν διεφθαρμένοι, ενώ η Αστυνομία που διερευνούσε την ποινική πτυχή της υπόθεσής μου, πήγε στη φάρμα δύο χρόνια μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση στο δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών μου…
»Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με πέταξαν έξω από τα γραφεία τους την περασμένη Παρασκευή 7.3.2014, όταν πήγα να ζητήσω να μου κόψουν το εισιτήριο να πάω πίσω στην πατρίδα μου».

Σκλαβιά, πείνα, ξυλοδαρμοί

Να ποια είναι περιληπτικά η κυπριακή κόλαση του Βιετναμέζου Pham Van Chi, όπως μας την αφηγήθηκε ο ίδιος: «Έφτασα στην Κύπρο τον Μάρτιο 2010 με νόμιμη βίζα για εργασία σε κτηνοτροφική μονάδα κοντά στη Λάρνακα. Η δουλειά μου ήταν να φροντίζω και να αρμέγω τα ζώα. Η δουλειά μου άρχιζε στις 4-5 το πρωί και τέλειωνε στις 9-10 τη νύχτα, με ένα διάλειμμα διόμισι ωρών από 12μ.-2.30μμ. Δούλευα δηλαδή 14-15 ώρες. Μου έδιναν ληγμένο φαγητό, ενώ με ξυλοκόπησαν τρεις τέσσερις φορές. Όπως συνέβη και με όλους τους άλλους εργάτες στη φάρμα, μου είπαν ότι θα μου απέκοβαν 50 ευρώ από τον υποτιθέμενο μισθό μου για το κόστος διατροφής μου. Αλλά ποτέ δεν με πλήρωσαν για την εργασία μου εκεί. Μετά από τρεις βδομάδες δουλειάς, ζήτησα από τον εργοδότη μου να μου πει τη διεύθυνση της φάρμας για να τη δώσω στην κοπέλα μου (συμπατριώτισσά μου) που εργαζόταν τότε ως οικιακή βοηθός στη Λευκωσία. Αντί αυτού ο εργοδότης μου με κτύπησε και με πέταξε στο δρόμο. Μη έχοντας πού να πάω, έμεινα εκεί για δύο εβδομάδες. Ο εργοδότης μου με ξαναπήρε πίσω για άλλες τρεις εβδομάδες σκληρής δουλειάς και συχνών ξυλοδαρμών, χωρίς να με πληρώσει ούτε σεντ. Σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να ζητήσω βοήθεια, έκοψα τους καρπούς μου. Αυτό κινητοποίησε τον εργοδότη μου που ειδοποίησε την συμπατριώτισσά μου από το Βιετνάμ που ενεργούσε ως μεσάζων εξεύρεσης εργασίας. Ήρθε και με πήρε από τη φάρμα και με μετέφερε στο σπίτι της στη Λευκωσία όπου έμεινα για διόμισι μήνες, μέχρι που βρήκα άλλη εργασία. Ήταν άλλη μια φάρμα όπου δεν μας έδιναν καν φαγητό – σε όλους τους εργάτες έδιναν μόνο γάλα κι αυτή ήταν η μόνη μας τροφή για όλη την ημέρα. Έμεινα εκεί μόνο για μια μέρα που βέβαια δεν την πληρώθηκα και επέστρεψα στη Βιετναμέζα μεσάζοντα όπου έμεινα για άλλες 15 μέρες».

Ηλεκτροπληξία και εξαπάτηση

«Τον Ιούλιο 2010 έπιασα δουλειά σε ένα χωριό κοντά στην πόλη της Πάφου, να καθαρίζω το περιβόλι και να μαζεύω τα φρούτα. Ο εργοδότης μου, μου έδωσε μια μακριά μεταλλική ράβδο για να φτάνει την κορυφή των δέντρων. Καθώς τη χρησιμοποιούσα, ένιωσα ξαφνικά ένα σοκ και παρέλυσα. Έπεσα από το δέντρο και έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα, ήμουν πεσμένος κάτω από το δέντρο και πονούσα σε όλο το σώμα μου. Συνειδητοποίησα ότι το δεξί μου χέρι ήταν καμένο και ότι έλειπαν τρία μου δάκτυλα. Καμένο ήταν και μέρος του αριστερού χεριού μου όπως και τα δυο μου πόδια. Κοίταξα πάνω και είδα τρία ηλεκτρικά καλώδια κατά μήκος των κλαδιών στην κορφή του δέντρου από όπου είχα πέσει. Κατάλαβα ότι υπέστην ηλεκτροπληξία. Παρά τα τραύματά μου σύρθηκα μέχρι το αυτοκίνητο του εργοδότη μου σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων και είδα τον εργοδότη μου να περπατά προς εμένα, οπότε κατέρρευσα και λιποθύμησα.
»Ξύπνησα στο νοσοκομείο της Πάφου όπου έτυχα νοσηλείας. Κανείς δεν κάλεσε την Αστυνομία να αναφέρει το συμβάν. Το απόγευμα της επόμενης μέρας, ο εργοδότης μου με πήρε στο σπίτι μιας Βιετναμέζας γνωστής μου στη Λεμεσό, όπου έμεινα για 2-3 μέρες. Τα χέρια μου μύριζαν άσχημα και είχαν σημάδια μόλυνσης. Η γυναίκα τηλεφώνησε στον εργοδότη μου που με μετέφερε σε ιδιωτική κλινική όπου μου καθάρισαν τις πληγές και μου έβαλαν επιδέσμους. Ο γιατρός είπε ότι τα εγκαύματα ήταν σοβαρά και θα έπρεπε να μεταφερθώ σε νοσοκομείο. Την ίδια μέρα ο εργοδότης μου με μετέφερε στο νοσοκομείο της Λευκωσίας, όπου παρέμεινα για δύο μήνες. Μου έκαναν αρκετές εγχειρήσεις και μου τοποθέτησαν μοσχεύματα δέρματος και στα δυο μου χέρια. Οι πληγές γιατρεύτηκαν προσωρινά, αλλά έχασα τρία δάχτυλα στο δεξί μου χέρι και νιώθω πόνο στα σημεία όπου αποκόπηκαν. Μονίμως τραυματισμένα είναι το αριστερό μου χέρι και τα πόδια μου κι έτσι δεν έχω την ίδια ικανότητα για εργασία όπως προηγουμένως. Ο εργοδότης μου, μου είπε να μην αναφέρω την υπόθεση στην Αστυνομία και μου υποσχέθηκε ότι θα με αποζημίωνε. Πράγματι δεν ανέφερα τίποτε στην Αστυνομία, αλλά δεν κράτησε την υπόσχεσή του. Βρέθηκα χωρίς χρήματα, χωρίς ρούχα και ήμουν τυχερός που με στήριξε η κοπέλα μου στη Λευκωσία οικονομικά, για να μπορώ να αγοράζω φαγητό και φάρμακα».

Θύμα trafficking και…παράνομος μετανάστης!

«Τον Φεβρουάριο 2011 συνελήφθηκα από την Αστυνομία ως παράνομος μετανάστης. Με έκλεισαν στα κρατητήρια Λακατάμιας για περισσότερους από 4 μήνες και μετά εξέδωσαν εισιτήριο για να με απελάσουν. Μετά από παρέμβαση της ΚΙΣΑ που την είχε ενημερώσει η κοπέλα μου για την περίπτωσή μου, απολύθηκα από τα κρατητήρια τον Ιούνιο 2011 και ήρθα σε επαφή με δικηγόρο για να ζητήσω αποζημιώσεις μέσω δικαστηρίου, από τον εργοδότη μου στην Πάφο, για τον τραυματισμό μου. Του έδωσα όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και τα πιστοποιητικά του νοσοκομείου και στο μεταξύ η ΚΙΣΑ ανέφερε στην Αστυνομία την υπόθεσή μου και αναγνωρίστηκα επίσημα ως θύμα εργασιακού trafficking. Έπαιρνα ένα επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και ενώ ανέμενα για την υπόθεση να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, πληροφορήθηκα τον Ιούλιο 2012 ότι είχε κλείσει λόγω έλλειψης στοιχείων (αφού η Αστυνομία πήγε στη φάρμα δύο χρόνια μετά το ατύχημα…).
»Ο δικηγόρος μου, μου είπε ότι ποτέ δεν έκανε αίτηση στο δικαστήριο για αποζημιώσεις, ενώ οι Υπηρεσίες Κοινωνικής
Ευημερίας διέκοψαν αμέσως την παροχή του επιδόματός μου. Δεύτερος δικηγόρος υποσχέθηκε να με βοηθήσει, αλλά δεν έκανε τίποτε και πέρασαν άλλοι 4 μήνες. Ήρθα σε επαφή με τρίτο δικηγόρο ενώ είχα μείνει χωρίς χρήματα και ανίκανος για εργασία. Συνελήφθηκα τον Μάϊο 2013 από την Αστυνομία που ήθελε να με απελάσει και μάλιστα με κτύπησαν όταν αρνήθηκα. Απολύθηκα αργότερα μετά από παρέμβαση του Υπουργείου Εσωτερικών. Τον Δεκέμβρη 2013 κατάφερα να εντοπίσω τον δικηγόρο μου που άλλαζε συνεχώς γραφεία και αριθμούς τηλεφώνων και μου είπε ότι ποτέ δεν έκανε αίτηση για την υπόθεσή μου. Σε αυτό το χρονικό σημείο έμαθα ότι η μητέρα μου είναι πολύ άρρωστη και αποφάσισα να πάω πίσω στο Βιετνάμ γιατί δεν ελπίζω πια ότι θα καλυτερεύσουν οι συνθήκες της ζωής μου στην Κύπρο…».

Μάριος Δημητρίου
sigmalive

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.