Τετάρτη , 23 Αύγουστος 2017

Η αριστερά και το μέτωπο ειρήνης

Πριν τρεις μήνες εκτιμούσαμε πως “οι μέρες που έρχονται είναι εξαιρετικά κρίσιμες και όλα θα κριθούν από το αν θα εκδηλωθούν σοβαρές κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι στην κυβέρνηση που εφαρμόζει ένα εκρηκτικό πολιτικό μείγμα νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού και (επι)στροφής στον εθνικισμό. Η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου αντίστασης παραμένει το κεντρικό ζητούμενο σε μια περίοδο όπου η διαδρομή «αδιέξοδο-Γενεύη μετ’ επιστροφής» προκαλεί ίλιγγο.

Οι παλινωδίες στη διαδικασία διαλόγου είναι αποτέλεσμα τόσο των ετερόκλητων πιέσεων από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όσο και του αυξανόμενου ανταγωνισμού ανάμεσα στις «μητέρες πατρίδες» και στις αστικές τάξεις των δύο κοινοτήτων, που δεν θέλουν να κόψουν τους ομφάλιους λώρους μαζί τους.  Στο πλαίσιο αυτής της αντιπαράθεσης εξηγείται και η εντατικοποίηση των διαδικασιών ανακήρυξης ΑΟΖ σε συνεργασία με την Ελλάδα και τα αιμοσταγή καθεστώτα του Ισραήλ και της Αιγύπτου καθώς και η επιδίωξη πιο στενής σχέσης με τη Ρωσία, την Ε.Ε και τις ΗΠΑ. Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε έναν τέτοιο πολύπλοκο και ετεροβαρή ιμπεριαλιστικό σχηματισμό, αποτελεί στρατηγική επιδίωξη -αλλά και κολύμπι σε βαθιά νερά- με δύο σημαντικούς στόχους:

  • την επίτευξη εγγυήσεων οικονομικού οφέλους -που στη συγκυρία της βαθιάς οικονομικής ύφεσης αποκτά αγωνιώδη χαρακτήρα για τον αστικό κόσμο- και
  • την άσκηση πίεσης στην Τουρκία ώστε να βρεθούν οι εκπρόσωποι της ε/κ αστικής τάξης σε ευνοϊκότερη θέση από τους τ/κ ομολόγους τους, είτε στα πλαίσια μιας ΔΔΟ είτε όχι.

Ανάλογες πιέσεις υπάρχουν και στην άλλη πλευρά. Στην Τουρκία, οι ξέφρενοι ρυθμοί ανάπτυξης αποτελούν παρελθόν ενώ η χωρά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του περασμένου καλοκαιριού κινείται σε ρυθμούς παρατεταμένης και βαθιάς πολιτικής κρίσης. Ταυτόχρονα, οι ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή, δηλαδή το θέμα της ΑΟΖ των γειτόνων κρατών που την απειλεί με ασφυξία, η υπόθεση των Κούρδων και η πιθανότητα συγκρότησης κουρδικού κράτους, η επιδείνωση των σχέσεων με την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ εντείνουν την ανασφάλεια και την επιθετικότητα  της τουρκικής πολιτικοοικονομικής ελίτ.

Για το κυπριακό, αυτές οι συνθήκες μεταφράζονται σε κόντρα μεταξύ αστικών τάξεων, που επειδή ακριβώς υπερασπίζονται εθνικά συμφέροντα αντίθετα μεταξύ τους, δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν ουσιαστικά την επανένωση του νησιού και των ανθρώπων του. Για το αστικό μπλοκ, το εθνικό ζήτημα (και η λύση του) είναι άρρηκτα δεμένο με την προοπτική διατήρησης και ενίσχυσης της οικονομικής του κυριαρχίας. Σε αυτές τις δυναμικές οφείλει να αναζητήσει κανείς τη στροφή του Αναστασιάδη και του κυβερνώντος κόμματος στην παλιά και δοκιμασμένη συνταγή της εθνικής πλειοδοσίας. Όπως έλεγε, άλλωστε, και ο Σάμιουελ Τζόνσον, ένας μάλλον παρατηρητικός άνθρωπος, “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων”.

Το ΑΚΕΛ

Η στροφή αυτή  του δησυ αφήνει εκτεθειμένο το ΑΚΕΛ. Η  σχεδόν άνευ όρων στήριξη που παρείχε στην κυβερνώσα Δεξιά του Αναστασιάδη όσον αφορά τους χειρισμούς της στο Κυπριακό και τις συνομιλίες συνδυάστηκε, αναπόφευκτα, με την οπισθοχώρησή του στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων. Με χαρακτηριστική αυτή την περίοδο την απουσία σημαντικών κινηματικών γεγονότων αλλά και την έλλειψη πρόθεσης να οργανώσει και να υποστηρίξει σχετικές πρωτοβουλίες, το ΑΚΕΛ αυτοπεριορίστηκε συνειδητά στη θέση του ουραγού.  Δεν έκανεκαμία κίνηση που να σηματοδοτεί διακριτό πολιτικό σχέδιο, ελπίζοντας ίσως ότι μέσω της σύμπλευσης με τον δησυ, θα εξασφάλιζε -χωρίς να επωμιστεί πολιτικό κόστος- μια κάποια σύνδεση με ένα μαζικό ακροατήριο σε μία περίοδο που τα ποσοστά και η επιρροή του σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο συρρικνώνονται. Αυτή η κοντόφθαλμη στάση λειτούργησε παραλυτικά για το κίνημα και τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας και ακόμα χειρότερα δημιούργησε αυταπάτες ακόμα και σε μερίδα αριστερών ανθρώπων που εναπόθεσαν τις ελπίδες τους για λύση στον Αναστασιάδη.

Πρόκειται για μια βαθιά προβληματική επιλογή καθώς εκτός των άλλων παραβλέπει την εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση της οικονομικής πολιτικής που ασκείται με συνέπεια εντός και των δύο κοινοτήτων, μέσω της επιβολής σκληρής λιτότητας στα λαϊκά στρώματα. Το στοιχείο αυτό αποτελεί σημείο σύγκλισης των κατά τα άλλα αντιτιθέμενων αστικών σχηματισμών. Στη σημερινή οικονομική συγκυρία, δεν πρόκειται οποιαδήποτε άρχουσα τάξη -ανεξάρτητα από την ποσόστωση των εκπροσώπων της στο κρατικό μηχανισμό- να απεμπολήσει τα πλεονεκτήματα των αυστηρών δημοσιονομικών πολιτικών, της φθηνής και ανοχύρωτης εργατικής δύναμης, των ευχαριστημένων τραπεζιτών. Με απλά λόγια οι ε/κ & τ/κ αστοί ως τάξη θα εντείνουν την επίθεση τους σε όλους ανεξαιρέτως τους εργαζόμενους.

Σε αυτό το πεδίο λοιπόν, στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων, το ΑΚΕΛ δεν λειτουργεί σαν κόμμα της αριστεράς, παρά μόνο με έμμεσο τρόπο. Δεν παλεύει ενάντια στην κυβέρνηση και προσπαθεί απλώς να πείσει ότι θα κάνει καλύτερη διαχείριση. Δεν το καταφέρνει. Είναι κρίσιμο οι αγωνιστές και αγωνίστριες τηςβάσης του ΑΚΕΛ να απεμπλακούν από αυτή την κατάσταση στην προοπτική της οικοδόμησης ενός ευρύτερου αντικαπιταλιστικού-αντιεθνικιστικού μετώπου, που να στηρίζει τους εργατικούς αγώνες, να ενώνει τα κινήματα  κάτω από ένα κοινό όραμα και σχέδιο ανατροπής.

Μέτωπο ειρήνης ενάντια στον πόλεμο των ‘από πάνω’ για την εξουσία και τα γκάζια

Το σημείο αυτό αποκτά ειδική σημασία και σε σχέση με το γεγονός ότι οι συνομιλίες βρίσκονται σε εξαιρετικά κρίσιμο στάδιο, με το ναυάγιο να αποτελεί ακόμα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Εάν το ΑΚΕΛ σκορπίσει όση πολιτική υπεραξία δημιούργησε η διαχρονική του στάση υπέρ της επαναπροσέγγισης ε/κ και τ/κ (πχ στηρίζοντας για υποψήφιο στις επερχόμενες προεδρικές κάποιον άχρωμο και άοσμο “κεντροαριστερό” ή ακόμα χειρότερα έναν «προοδευτικό» αστό όπως ο Σπανός) τότε το πολιτικό κενό θα διευρυνθεί με απρόβλεπτες συνέπειες, όχι μόνο για την αριστερά αλλά για την κοινωνία συνολικά.

Στις σημερινές συνθήκες όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στη γειτονιά μας, στοίχισης της μεγαλύτερης μερίδας του πολιτικού κόσμου σε εθνικιστικές θέσεις υπάρχει ο κίνδυνος ο κόσμος της εργασίας να βρεθεί μπροστά σε αποπροσανατολιστικά και εκβιαστικά διλλήματα. Αυτή την εφιαλτική προοπτική οφείλουμε να  αντιπαλέψουμε. Στην παρούσα φάση, οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής/ριζοσπαστικής αριστεράς που δρουν στο νησί είναι αποδυναμωμένες. Δεν μπορούν να σηκώσουν μόνες τους το βάρος της οργάνωσης της αντεπίθεσης των εργαζόμενων, παρά τη συστηματική συμμετοχή και τη συνεπή στήριξη που παρέχουν στις κινητοποιήσεις, ενώ το μικρό τους μέγεθος και η χαμηλή διεισδυτικότητα τους στις συντεχνίες και στους κοινωνικούς χώρους αποτελούν ζητήματα για τα οποία αναζητείται, επειγόντως, λύση.

Στη βάση των παραπάνω, είναι αναγκαίο να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια συντονισμού και ανάπτυξης πρωτοβουλιών κοινής δράσης. Τα αντανακλαστικά όλης της αριστεράς που απάντησε άμεσα και αποφασιστικά στη φασιστική επίθεση στο ΤΕΠΑΚ και η εναντίωση της συντριπτικής πλειοψηφίας της κυπριακής κοινωνίας στις πολεμοκάπηλες κραυγές αποτελούν την καλύτερη βάση για να  φτιαχτεί άμεσα ένα πλατύ αντιπολεμικό-αντιεθνικιστικό μέτωπο ειρήνης που τόσο χρειαζόμαστε. Η αντικαπιταλιστική αριστερά μπορεί και πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η προετοιμασία αντιφασιστικών διαδηλώσεων και εκδηλώσεων σε συστηματική βάση και η συνδιοργάνωση ενός μεγάλου αντιπολεμικού-αντιεθνικιστικού φεστιβάλ από όλες τις προοδευτικές ε/κ & τ/κ οργανώσεις και φορείς.

* Το παρόν κείμενο αποτελεί επικαιροποιημένη έκδοση άρθρου που κυκλοφόρησε στο έντυπο Γρανάζι (τεύχος Μάη) με τον τίτλο ‘Η αριστερά μπροστά στις προκλήσεις της περιόδου’

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.