Παρασκευή , 13 Δεκέμβριος 2019

Για ποιον κτυπά η καμπάνα!

Και να που εν έτει 2015 ακούμε όρους που πραγματικά πιστεύαμε και ελπίζαμε ότι θα είχαν εξαφανιστεί: Αφορισμός! Και ναι λοιπόν, η «προοδευτική» εκκλησία της Κύπρου αφόρισε έναν θεολόγο γιατί “έχει βγει από το δρόμο του Θεού”! Αφού βέβαια πρώτα έχει χτίσει πολυτελείς πισίνες, της ανήκει η μισή Κύπρος και αρνείται κατηγορηματικά να φορολογηθεί. Τι να σημαίνει αυτό άραγε;

Η αλήθεια είναι, ότι ο ρόλος της εκκλησίας, ειδικά στην Κύπρο, είναι άξιος μελέτης, ειδικά αν παρατηρήσει κάποιος τα τελευταία γεγονότα και τον τρόπο που παρεμβαίνει στα δρώμενα, πολιτικά και οικονομικά. Αυτό όμως που έχει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον είναι η σχέση της με την εκπαίδευση.

Ιστορικοί μύθοι

σχολείο-εκκλησίαΜε μια σύντομη ματιά στα κυπριακά βιβλία της ιστορίας που διδάσκονται οι μαθητές, διαπιστώνει κανείς πως η εκκλησία εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας ενοποίησης και αντίστασης του λαού απέναντι στους πολλούς κατακτητές που έχει γνωρίσει το νησί. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο για τη βυζαντινή αυτοκρατορία, παράλληλα με την αναφορά των ιστορικών γεγονότων, αφιερώνεται μια ολόκληρη παράγραφος για το ρόλο της Αγίας Ελένης (!) στην καταπολέμηση της ανομβρίας που μάστιζε το νησί για 17 χρόνια. Παρά το ότι πρόκειται για μύθο, η έκταση της αναφοράς αλλά και το ότι ένα βιβλίο ιστορίας αναφέρεται σε έναν μύθο, είναι άξια απορίας.

Η πρόσφατη ιστορία της Κύπρου με την ανεξαρτητοποίησή της το 1960 βρίσκει στην κορυφή του κυπριακού κράτους, ως πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο με τον τίτλο μάλιστα του «Εθνάρχη των Κυπρίων». Βέβαια, δεν προέκυψε ξαφνικά αυτή η ανάμειξη της εκκλησίας στην πολιτική ζωή του τόπου. Ήδη από την Αγγλοκρατία η Εκκλησία παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία ως η μοναδική εθνική αρχή των Κυπρίων δηλαδή η «μοναδική πηγή εθνικής και πολιτικής έμπνευσης και ως εκ τούτου μοναδική εξουσία νομιμοποίησης της εθνικοαπελευθερωτικής δράσης των Κυπρίων».

Προκύπτουν, λοιπόν, σημαντικά ερωτήματα που σχετίζονται με το πώς απέκτησε αυτή τη νομιμοποίηση ιστορικά , πώς τη διατηρεί μέχρι σήμερα χωρίς μάλιστα να αμφισβητείται παρά ελάχιστα και κυρίως πώς επηρεάζει την εκπαίδευση. Για να βρούμε τις ρίζες του «εθναρχικού» χαρακτήρα της εκκλησίας, οφείλουμε να ανατρέξουμε στην οθωμανική περίοδο, μετά τη κατάρρευση της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1453 και την κατάκτηση της Κύπρου το 1571, παρά το ότι δεν μπορούμε να μιλούμε για «έθνος» και «εθνική συνείδηση» για την εποχή εκείνη, με την έννοια που έχουν αυτοί οι όροι σήμερα. Για τις περιόδους που προηγήθηκαν, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «εθναρχικό» ρόλο.

Δεν μπορούμε, επιπλέον, να παραλείψουμε το ότι η αναγνώριση του αυτοκέφαλου της κυπριακής εκκλησίας την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας διδάσκεται στα σχολεία συσχετιζόμενη με ένα όραμα του αρχιεπισκόπου. Λέγεται ότι στη δεύτερη προσπάθεια της εκκλησίας της Αντιόχειας να υπαχθεί η κυπριακή εκκλησία στον έλεγχό της, ο Αρχιεπίσκοπος είδε στο όνειρό του τον Απόστολο Βαρνάβα ο οποίος του υπέδειξε τον τάφο του. Όταν πήγαν το επόμενο πρωί με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ζήνωνα, βρήκαν το αντίγραφο του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο(!). Αυτό οδήγησε στην επιβεβαίωση του αυτοκέφαλου της Κυπριακής εκκλησίας με παράλληλη παραχώρηση στον Αρχιεπίσκοπο αυτοκρατορικών προνομίων, εξέλιξη που σήμαινε την απόκτηση κοσμικής εξουσίας. Το παράδοξο είναι ότι ενώ σαφώς οι πληροφορίες αυτές αποτελούν μύθο, στα σχολικά βιβλία παρουσιάζονται ως ιστορικά γεγονότα.

Δικαιώματα με όρους

Σε ένα κράτος που υποτίθεται ότι είναι κοσμικό και στηρίζει την ανεξιθρησκία, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι τα θρησκευτικά εντάσσονται στα υποχρεωτικά μαθήματα υιοθετώντας μάλιστα και το δογματικό μοντέλο διδασκαλίας του οποίου βασικό χαρακτηριστικό είναι η προώθηση της επικρατούσας θρησκείας σε τέτοιο βαθμό που συγγενεύει με την κατήχηση. Στην Κύπρο, ειδικά, μεγάλος αριθμός καθηγητών που αναλαμβάνουν το μάθημα των θρησκευτικών είναι παπάδες.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έχει το τι χρειάζεται κάποιος μαθητής για να απαλλαγεί από αυτά. Οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ένας/μια μαθήτρια δικαιούται να απαλλαγεί από το μάθημα των θρησκευτικών, είναι η ετερότητα θρησκεύματος, ο αγνωστικισμός ή ο αθεϊσμός. Πρόκειται για μια «αρνητική ελευθερία», όπως τη χαρακτηρίζει ο Γιώργος Καταλιάκος στο βιβλίο του «Ελευθερίες υπό διαπραγμάτευση», αφού για να παραχωρηθεί σε ένα μαθητή πρέπει οι γονείς του να δημοσιοποιήσουν το θρήσκευμα του παιδιού με αίτηση στο αρμόδιο υπουργείο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον στιγματισμό των παιδιών, κυρίως αφού η απαλλαγή από το μάθημα σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση απασχόλησή του σε κάποιο άλλο μάθημα και στη χειρότερη την αναμονή στην αυλή του σχολείου και μάλιστα χωρίς επιτήρηση.

Η χριστιανική πίστη, έτσι όπως αυτή νοείται από το κράτος, υπάρχει και σε άλλους τομείς στην εκπαίδευση. Ξεκινώντας από τις ονομασίες των σχολείων, όλα ανεξαιρέτως έχουν πάρει τα ονόματά τους από αγίους και αρχιεπισκόπους (Αγίου Στυλιανού, Αρχαγγέλου, εθνομάρτυρα Κυπριανού, Αγίου Γεωργίου κ.ο.κ). Προχωράμε στην έναρξη της σχολικής ημέρας, αφού πρώτα έχουμε αγιαστεί στην αρχή της σχολικής χρονιάς: Απαραιτήτως όλα τα παιδιά είναι παρόντα στην πρωινή προσευχή που γίνεται στην αυλή του σχολείου με μικρόφωνα μην αφήνοντας περιθώρια να ξεφύγει κανείς. Και κλείνουμε με τις “αγαπημένες”, σε μικρούς και μεγάλους, σχολικές αργίες στις οποίες βέβαια δεν εντάσσονται μόνο οι εθνικές γιορτές αλλά και η γιορτή του κάθε αγίου της ενορίας των σχολείων με αποκορύφωμα τη γιορτή του εν ζωή αρχιεπισκόπου!

Σε μια κοινωνία πολυπολιτισμική, προοδευτική και κυρίως ελεύθερη ο διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους θα έπρεπε να είναι δεδομένος. Όπως και δεδομένο θα έπρεπε να είναι το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να κρατάει την όποια πίστη του (ή έλλειψη αυτής) για τον εαυτό του. Σε αυτό το δρόμο προχωράμε εμείς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.