Σάββατο , 14 Δεκέμβριος 2019

Γ€$Υ των ασφαλιστικών: το αίτημα σας για υγεία θα εξεταστεί σε κάποιους μήνες

Dorean_dimosia_ygeia

γράφει ένας γιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο

Πριν ακόμα φτάσουμε στα χρόνια της κρίσης ακούμε ότι τη λύση των προβλημάτων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη θα τη δώσει η εφαρμογή ενός Γενικού Συστήματος Υγείας. Έτσι φτάσαμε στο 2001 που ψηφίστηκε ο πρώτος νόμος για το ΓΕΣΥ. Σε γενικές γραμμές αυτός ο νόμος προέβλεπε: α) τη δημιουργία του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, που θα είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του ΓΕΣΥ β) μονοασφαλιστικό σύστημα μέσω τριμερούς εισφοράς (εργαζόμενος, εργοδότης, κράτος) γ) καθολική κάλυψη του πληθυσμού (νόμιμων κατοίκων) δ) σύστημα «συμπληρωμών», δηλ. αν η κοστολογημένη ιατρική ή φαρμακευτική δαπάνη ξεπερνούσε ένα όριο, τότε αυτή θα καλυπτόταν από τον ασθενή ε) την περιβόητη αυτονόμηση των δημοσίων νοσηλευτηρίων, επαγγελλόμενη ως η καρδιά της μεταρρύθμισης και στ) ελεύθερη επιλογή γιατρού και νοσηλευτηρίου απ’ τον ασθενή, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Όλα αυτά διανθίζονται βέβαια με όρους, όπως “ανθρωποκεντρικό ΓΕΣΥ, ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης” κ.α. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Σ’ αυτή τη «μεγαλύτερη μεταρρύθμιση στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας», το πρώτο και κύριο είναι ο άνθρωπος; Η αναβάθμιση (αναγκαία όντως) των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας προς όφελος όλου του πληθυσμού σαν δημόσιο και δωρεάν αγαθό περνά μέσα από ένα τέτοιο σύστημα υγείας; Ποια ήταν στην πραγματικότητα τα κίνητρα δημιουργίας αυτού του ΓΕΣΥ;

Η αυτονόμηση και ο νόμος του 2001

Αυτονόμηση δημοσίων νοσοκομείων: Αυτός ο «εκ των ων ουκ άνευ” όρος, για να μπει μπροστά το ΓΕΣΥ, σημαίνει την πλήρη οικονομική διοικητική και δομική απεξάρτηση από το κράτος. Τα δημόσια νοσοκομεία θα στηρίζουν πλέον την οικονομική τους λειτουργία σε ισολογισμένους προϋπολογισμούς στη βάση εσόδων-εξόδων, δηλ. ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων, σαν επιχειρήσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επίσης, είναι δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι, έστω σταδιακά, θα πάψουν να είναι δημόσιοι λειτουργοί, θα εργάζονται με συμβόλαια ή συμβάσεις και θα ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος περικοπών (σε υποαμοιβόμενη πια εργασία), εντατικοποίησης, ή και απόλυσης αν η επιχείρηση – νοσοκομείο έχει ζημιές. Αλλά γιατί τέτοια «φούρια» ντε και καλά να αυτονομηθούν τα δημόσια νοσοκομεία;

Ο κύριος λόγος που καλύπτεται υπό το μανδύα της τάχα ανθρωποκεντρικής και οικονομικά σωτήριας στόχευσης της μεταρρύθμισης είναι τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στο χώρο της υγείας: μεγάλα (κυρίως) ιδιωτικά νοσηλευτήρια και ιδιωτικές ασφάλειες. Πώς θα επωφεληθούν, λοιπόν, αυτά τα συμφέροντα με την αυτονόμηση; Από τη δημιουργία της Δημοκρατίας (και έως πριν λίγα χρόνια) η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δικαιούταν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα δημόσια νοσοκομεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι παροχές ήταν αντίστοιχα ποιοτικές και με κατάλληλα στελεχωμένες υποδομές (η απαξίωση έρχεται από μακριά…). Από την άλλη είχαμε ένα συνεχώς υπερδιογκούμενο ιδιωτικό τομέα υγείας, που πατώντας πάνω στις αδυναμίες του (σκόπιμα;) υποβαθμιζόμενου δημόσιου, έφτασε να απορροφά το 50-60% των συνολικών δαπανών υγείας. Παρ’ όλ’ αυτά το κατεστημένο δεν ανεχόταν το συγκριτικό πλεονέκτημα, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, του δημόσιου τομέα και επέβαλε το νόμο. Το περίεργο, θα ‘λέγε κανείς, είναι γιατί δεν εφαρμόστηκε. Μία σοβαρή αιτία ίσως να είναι πως από αυτό το ΓΕΣΥ «ξεχάστηκαν» οι ασφαλιστικές, που θα τις δούμε να εμφανίζονται δριμύτερες παρακάτω.

Εν κατακλείδι, ο νόμος του ΓΕΣΥ του 2001, που θεωρείται ακόμη και από τον «προοδευτικό» και «αριστερό» κόσμο ως ο καλύτερος νόμος, ουσιαστικά οδηγεί σε μεικτό σύστημα υγείας με τουλάχιστον ισότιμη θέση του ιδιωτικού τομέα. Ακόμη και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες που εφαρμόζουν εθνικό σύστημα υγείας, αυτό αφορά κατά κύριο λόγο τις κρατικές δομές. Ο ιδιωτικός τομέας εκεί είναι το πολύ συμπληρωματικός. Αυτό δε σημαίνει ότι σε αυτές τις χώρες δε γίνεται συνεχής πόλεμος να κυριαρχήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο και στην υγεία.

Ερχόμενοι στο σήμερα και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, τι έχουμε λοιπόν;

Ο δημόσιος τομέας της υγείας  βυθίζεται δραματικά, σκόπιμα ουσιαστικά, στην απαξίωση και στην αδυναμία εξυπηρέτησης των ασθενών μέσω των περικοπών, της υποχρηματοδότησης, της υποστελέχωσης, της αφαίρεσης κινήτρων απ’ τους υπάρχοντες εργαζόμενους μετά και τις μεγάλες μειώσεις στους μισθούς, στα επιδόματα βάρδιας στις υπερωριακές αποζημιώσεις. Μεγάλες λίστες αναμονής για ραντεβού (πολλούς μήνες έως και δύο χρόνια) στα εξωτερικά ιατρεία, εξετάσεις, χειρουργεία… Όχι ότι δεν υπήρχαν όλα αυτά και πριν, αλλά τώρα η αδιαφορία του κράτους για τις υποδομές του στο χώρο της υγείας έχει παραγίνει! Για παράδειγμα, είμαστε κοντά σε σημείο, που ορισμένες χειρουργικές ειδικότητες να μην μπορούν να καλύψουν τα προγραμματισμένα χειρουργεία τους, τα εξωτερικά ιατρεία ή τις εφημερίες τους!

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας πυρετωδώς απεργάζονται πλάνα πώς θα διοχετεύσουν ασθενείς (κονδύλια εκατομμυρίων) στον ιδιωτικό τομέα, ενώ, αν το ήθελε με πολύ λιγότερα χρήματα, ενισχύοντας τις υποδομές του, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο δημόσιο. Θα μπορούσαμε να δώσουμε παραστατικά αυτή την εικόνα μέσα από το εξής σχήμα: ας πούμε ότι το κράτος (δημόσιος πλούτος) είναι επιχείρηση με διευθύνοντα σύμβουλο την κυβέρνηση. Αυτός ο διευθύνων σύμβουλος κάνει ότι μπορεί για να υποβαθμίσει και να απαξιώσει την επιχείρησή του προς όφελος άλλης επιχείρησης, ανταγωνιστικής! Πώς σας φαίνεται;…

Φυσικά, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, βλέπουμε την ίδια τακτική σε όλους τους τομείς. Επίθεση σε κοινωνικές κατακτήσεις, απαξίωση γενικά του δημόσιου, περικοπές παντού, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας  και λυσσαλέα προσπάθεια στήριξης και εξάπλωσης του κεφαλαίου. Νεοφιλελευθερισμός στο φουλ! Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι αυτή η κυβέρνηση στα χρόνια της κρίσης προσπάθησε (και θα συνεχίσει) να φέρει ΓΕΣΥ, κατά πολύ ευνουχισμένο σε σχέση με το προτεινόμενο του 2001, περιλαμβάνοντας απροκάλυπτα μεικτό σύστημα (με τις ασφαλιστικές εταιρίες επιτέλους[!] μέσα). Ρίχνοντας δηλαδή στο λάκκο των λεόντων τα δημόσια νοσηλευτήρια στα χάλια τους, να ανταγωνιστούν τα θηρία. Έτσι που τα πρώτα ή θα κλείσουν ή θα ξεπουληθούν.  

Υπάρχει αντίσταση και άλλη πρόταση προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων;

Από πλευράς κομμάτων θα λέγαμε ότι όλα θέλουν εφαρμογή του ΓΕΣΥ. Ο ΔΗΣΥ φυσικά,  ταυτίζεται με την κυβερνητική πολιτική. Το ΑΚΕΛ, αν και είχε ψηφίσει το νόμο του 2001 και κάποιους τροποποιητικούς για το ΓΕΣΥ ως το 2012 (με την αυτονόμηση μέσα δηλαδή), δείχνει μια πιο προοδευτική διαφοροποίηση (αλλά ασαφή ακόμη), όσον αφορά την αυτονόμηση. Επίσης, στη ρητορική του στηλιτεύει τις μεθοδεύσεις της κυβέρνησης. Τα υπόλοιπα κόμματα, λίγο ως πολύ, επιζητούν την εφαρμογή του ΓΕΣΥ με αυτονόμηση πάντα και στην καλύτερη περίπτωση με αναβάθμιση των δημοσίων νοσοκομείων για να αντέξουν τον ανταγωνισμό.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, είναι η στάση των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών φορέων τους, των νοσηλευτών, των γιατρών, του υπόλοιπου προσωπικού. Αν εξαιρέσουμε τη σπουδαία, από άποψη αγωνιστικότητας και συσπείρωσης, απεργίας των νοσηλευτών υπό την ΠΑΣΥΝΟ, όλα αυτά τα χρόνια η στάση  των συντεχνιών ήταν συμβιβαστική, παρελκυστική, υποχωρητική, χωρίς διάθεση να ταράξουν τα νερά, καταστέλλοντας ουσιαστικά οποιαδήποτε κινηματική πράξη με τη συμμετοχή των εργαζομένων. Εργασιακή ειρήνη, πάνω απ’ όλα, βλέπετε…

Άλλοι φορείς, όπως ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος  κινούνται κυρίως προς το συμφέρον του ιδιωτικού τομέα και των ασφαλιστικών εταιρειών. Απογοητευτικός επίσης, όπως κατέδειξε και η στάση του στην απεργία των νοσηλευτών, και ο Σύνδεσμος Πασχόντων και Ασθενών. Δυστυχώς, στην παρούσα φάση, ο νεοφιλελευθερισμός και στο χώρο της υγείας κάνει ολομέτωπη επίθεση που, χωρίς αντίσταση, θα αποβεί σίγουρα εις βάρος της λαϊκής υγείας.

Τι θα μπορούσε να γίνει για να αποκρουστεί αυτή η επίθεση; Ανάπτυξη κινήματος από τα κάτω, που να συσπειρώνει και να ενώνει όλους τους εργαζόμενους σε κοινούς στόχους, όχι μόνο μισθολογικούς, «συντεχνιακούς». Σύνδεση των αγώνων στο χώρο της υγείας με αγώνες άλλων κοινωνικών χώρων. Πρέπει οι ηγεσίες των συντεχνιών να πιεστούν αφόρητα, να πάψουν να διαπραγματεύονται το «μη χείρον βέλτιστον» και να πολεμούν τις πολιτικές που οδηγούν σε αποκλεισμούς λαϊκών μαζών απ’ την υγεία, στο μαρασμό και την απαξίωση του δημόσιου τομέα της υγείας. Τα πράγματα είναι δύσκολα. Αλλά, αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο, άλλη λύση δεν υπάρχει εκτός από αγώνες.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.