Πέμπτη , 29 Ιούνιος 2017

Ευρωζώνη: ηρεμία πριν την καταιγίδα

Η βαθιά ύφεση, λογικό επακόλουθο των μέτρων λιτότητας που επέβαλε η τραπεζοκρατία στις χώρες της Ευρωζώνης, έχει φέρει την οικονομία της περιοχής σε κρίσιμη κατάσταση. Με τα δεδομένα που υπάρχουν τώρα δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή αν μιλούσαμε για την πιθανότητα διάλυσης της ζώνης του Ευρώ. Συγκεκριμένα, η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει την πιθανότητα εκδήλωσης του φαινομένου του “αποπληθωρισμού χρέους”, ένα πρόβλημα το οποίο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα φαύλο κύκλο με καταστροφικές επιπτώσεις για μία οικονομία.

spiral

Το φαινόμενο του αποπληθωρισμού χρέους λειτουργεί ως εξής: Καθώς μειώνονται οι μισθοί λόγω της επιβαλλόμενης λιτότητας οδηγούμαστε σε μειώσεις τιμών λόγω της μείωσης της καταναλωτικής ζήτησης. Η πτώση των τιμών και της ζήτησης οδηγεί σε μειώσεις κερδών που με τη σειρά τους οδηγούν σε απολύσεις και περαιτέρω μειώσεις μισθών. Η μείωση αυτή των μισθών οδηγεί σε νέα μείωση της ζήτησης που οδηγεί σε νέες μειώσεις τιμών, κερδών και σε νέες απολύσεις… επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τον ίδιο φαύλο κύκλο. Αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται σε μία περίοδο που  τα χρέη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών παραμένουν στα προ κρίσης υψηλά επίπεδα, αλλά τα νοικοκυριά βυθίζονται στη φτώχεια και οι επιχειρήσεις κλείνουν. Το λογικό επακόλουθο είναι οι αυξήσεις πτωχεύσεων και μη εξυπηρετούμενων δανείων, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του τραπεζικού συστήματος [1].

Αν και για την ώρα ο αποληθωρισμός είναι στάσιμος, τα δεδομένα αναμένεται να αλλάξουν για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι η απόφαση της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας να τερματίσει σύντομα το “Πρόγραμμα της Ποσοτικής Χαλάρωσης”. Με βάση το πρόγραμμα αυτό, η τράπεζα αγόραζε αξιόγραφα από το ενεργητικό των ιδιωτικών τραπεζών καθώς και από άλλους επενδυτές προσφέροντας, ταυτόχρονα, μηδενικά επιτόκια. Αυτό οδήγησε σε μείωση της ζήτησης κυβερνητικών ομολόγων και αξιογράφων των αναπτυσόμενων χωρών αφού τα λεφτά του προγράμματος χρησιμοποιούνταν για επενδύσεις στα χρηματιστήρια τους. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μειώσεις στην αξία των νομισμάτων των χωρών αυτών μαζί με μία επακόλουθη «υπερτίμηση» του Ευρώ. Ένα ισχυρότερο Ευρώ σημαίνει πιο χαμηλό πληθωρισμό, διότι αποκτά μεγαλύτερη αγοραστική αξία [2].

O σταδιακός τερματισμός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης από τους Αμερικανούς, έχει οδηγήσει τους πλείστους αναλυτές στην εκτίμηση ότι είναι αναγκαία η εφαρμογή ενός παρόμοιου προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Παραδέχονται, ωστόσο, ότι με αυτόν τον τρόπο δεν αντιμετωπίζεται το πρόβλημα στη ρίζα του. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ μέσα από αυτό το πρόγραμμα θα αγόραζε απευθείας κυβερνητικά ομόλογα, δάνεια και οποιαδήποτε άλλα αξιόγραφα υπάρχουν στον ενεργητικό των τραπεζών. Όμως, εφόσον η ρίζα του προβλήματος έγκειται στη κατακόρυφη πτώση των μισθών, ένα τέτοιο πρόγραμμα απλώς θα καθυστερούσε τη στιγμή που θα βλέπαμε ξανά αυξήσεις σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πτωχεύσεις.

Υπάρχει, φυσικά, και ένας άλλος -θεωρητικός- τρόπος θεσμικής αντιμετώπισης που είναι η δημοσιονομική ένωση και τα ευρωομόλογα (με το δεύτερο να σημαίνει ότι υπάρχει ένα κοινό ομόλογο για όλη την Ευρωζώνη χωρίς το κάθε κράτος να διαθέτει το δικό του). Κάτι τέτοιο, όμως προϋποθέτει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Υπουργείου Οικονομικών το οποίο θα φορολογεί πλούσιες χώρες με σκοπό τη χρηματοδότηση επενδύσεων στον ευρωπαϊκό νότο. Αυτό δεν θα το δεχόταν πότε το γερμανικό κεφάλαιο στο σύνολο του διότι θα σήμαινε παραχώρηση εξουσιών σε μία κεντρική αρχή στις Βρυξέλλες που το γερμανικό κεφάλαιο θεωρεί ότι δεν θα μπορεί να ελέγχει πλήρως και αποτελεσματικά, ειδικά σε θέματα φορολογίας. Με άλλα λόγια φοβούνται μήπως χαθεί η «θερμή» σχέση που έχει αναπτυχθεί με την εγχώρια πολιτική ελίτ, η οποία με τη σειρά της δεν επιθυμεί να παραχωρήσει πολιτική εξουσία στις Βρυξέλλες.

deaf end

Και το «ρεαλιστικότερο» όμως, πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ, θα αντιμετώπιζε παρόμοιο πρόβλημα – ένα γεγονός που δεν αναγνωρίζεται από τους πλείστους αναλυτές. Συγκεκριμένα, η ποσοτική χαλάρωση θα έδινε στην ΕΚΤ έλεγχο πάνω στις γερμανικές αγορές ομολόγων όπου συμπεριλαμβάνονται τα γερμανικά κυβερνητικά ομόλογα και τα ομόλογα γερμανικών βιομηχανικών εταιρειών [3] που βρίσκονται στο ενεργητικό μεγάλων γερμανικών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΚΤ θα βρισκόταν σε θέση όπου θα μπορούσε να ελέγχει και το γερμανικό κράτος (εφόσον τα γερμανικά κυβερνητικά ομόλογα θα περνούσαν κάτω από τον έλεγχο της ΕΚΤ) άλλα και την ευρύτερη γερμανική οικονομία (εφόσον ομόλογα γερμανικών εταιρειών θα άνηκαν πια στην ΕΚΤ). Θα το επέτρεπε αυτό μια Deutsche Bank η μια Commerzbank; Μάλλον όχι.

Συνοψίζοντας, αν και μια ευρωπαϊκή ποσοτική χαλάρωση φάνταζε ως το πιο πιθανό σενάριο, δεδομένης της γερμανικής αντίθεσης σε μία δημοσιονομική ένωση, παραμένει μια απίθανη εναλλακτική από τη στιγμή που η Γερμανία έχει αποκλείσει την ιδέα της Τραπεζικής Ένωσης (που στην ουσία δεν έχει μεγάλη διαφορά από την ποσοτική χαλάρωση). Παρόλο που ποτέ δεν μπορεί να προβλέψει κανείς με απόλυτη σιγουριά τι θα κάνει η ΕΚΤ, οι πιθανότητες αποτελεσματικής εφαρμογής μιας ποσοτικής χαλάρωσης είναι ελάχιστες. Σε κάθε περίπτωση, και ειδικά απουσία οποιασδήποτε παρέμβασης σαν αυτές που αναφέρθηκαν, η Ευρωζώνη θα βιώσει τις ίδιες καταστάσεις που βίωσε πριν το 2012. Και αυτό γιατί η λιτότητα, που αποτελεί και τη ρίζα του προβλήματος, παραμένει η πάγια και αδιαπραγματευτη τακτική του συνόλου των κυρίαρχων κύκλων στην ΕΕ. Και όσο οι μισθοί συνεχίζουν την κατηφόρα, αργά ή γρήγορα, θα ξαναβρεθούμε μπροστά σε αποπληθωρισμό χρέους και συνεπώς μπροστά σε πτωχεύσεις, αυξήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων και αστάθεια του τραπεζικού συστήματος. Η Ευρωζώνη, πολύ απλά, δεν πρόκειται να επιβιώσει κάτω από αυτές τις συνθήκες.

simaia

Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για μας τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους νέους και τους μετανάστες, που βλέπουμε τα δικαιώματά μας να καταπατώνται στο όνομα μιας αδιόρατης προοπτικής εξόδου από τη κρίση. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι ενδοκαπιταλιστικές διαμάχες και τα προϊόντα τους, που μας επιβάλλονται με στόχο να μας καταστήσουν ομήρους τους, εκφράζουν κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τα δικά μας. Για το λόγο αυτό, η απάντηση των εργαζόμενων και εντός του ιμπεριαλιστικού μορφώματος που λέγεται Ε.Ε πρέπει να είναι η αντικαπιταλιστική προοπτική. Μέσα από οργανωμένους ταξικούς αγώνες να προασπίσουμε τα συμφέροντα μας, να ετοιμάσουμε την αντεπίθεση μας και να ξετυλίξουμε το δικό μας πολιτικό σχέδιο.

logogranazi

 

 


[1] Στην Ευρωζώνη συγκεκριμένα, αυτό θα σημαίνει και αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για τα κυβερνητικά ομολόγα που βρίσκονται στα χέρια των τραπεζών. Τα επιτόκια δανεισμού θα αυξηθούν, διότι το ρίσκο μη αποπληρωμής κρατικών χρεών προς τις τράπεζες αυξάνεται  όταν τα κράτη παρατηρούν μία κατακόρυφη μείωση στα φορολογικά τους έσοδα, όπως συμβαίνει σε περίοδους λιτότητας.

[2] Φυσικά, η «σκλήρυνση» του ευρώ μέσω αυτής της διαδικασίας, δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Ένα πιο ακριβό ευρώ σημαίνει ότι και οι εξαγωγές χωρών της Ευρωζώνης γίνονται πιο ακριβές, εφόσον οι εργαζόμενοι των αναπτυσσόμενων χωρών θα πρέπει να καταβάλλουν περισσότερο τοπικό χρήμα για να αγοράζουν την ίδια ποσότητα ευρωπαϊκών αγαθών. Ταυτόχρονα οι ντόπιες επιχειρήσεις θα πρέπει, επίσης, να καταβάλουν περισσότερο χρήμα (πχ για την προμήθεια απαραίτητου τεχνολογικού εξοπλισμού από την ευρωπαϊκή αγορά). Το αναμενόμενο σενάριο είναι η μείωση της ζήτησης για ευρωπαϊκά προϊόντα, κάτι που και πάλι μπορεί να οδηγήσει σε  αποπληθωριστικά φαινόμενα.

[3] οι μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες έχουν την δυνατότητα να εκδίδουν δικά τους ομόλογα τα οποία πωλούν χρησιμοποιώντας τα πρόσοδα για τις δραστηριότητες τους

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.